Στην 5η
Ανθολογία της ΕΕΛΣΠΗ
Η Σεβαστή Μπούρα-Μπούτου, ΗΠΑ
Εκδόσεις
Όστρια, Αθήνα 2017
«Όμως, όσο αφορά τον Ελληνισμό, όλοι γνωρίζουν ότι ο Ελληνικός Πολιτισμός ανέκαθεν, και μέσω της
Διασποράς, επιτέλεσε το υψηλό έργο του. Υμνήθηκε, δοξάστηκε, πρυτάνευσε και διδάχτηκε
στα πανεπιστήμια όλου του κόσμου. Η ιστορία μας είναι καταγεγραμμένη
παρακαταθήκη ανεξίτηλη στους αιώνες. Ο βαρούχειος ύπνος των Ελλήνων, ιδιαίτερα
των τελευταίων δεκαετιών, επέτρεψε και επιτρέπει την εισβολή ανάρμοστων και
ανθελληνικών επιτευγμάτων…,»

Η
Σεβαστή Μπούρα-Μπούτου με το φιλολογικό ψευδώνυμο Λενιώ, γεννήθηκε στα Μελίσσια
Αθηνών. Σπούδασε Κτηνίατρος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (νυν
Μακεδονίας), και Επιδημιολογία στη Σχολή Δημόσιας Υγείας Αθηνών. Εργάσθηκε σαν Κτηνίατρος
για 13 χρόνια στην πόλη γεννήθηκε και
μεγάλωσε, τα Μελίσσια Αθηνών.
Το 1988 μετανάστευσε
στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Αμερική σπούδασε απλά και εφαρμοσμένα Μαθηματικά.
Εργάσθηκε για 10 χρόνια στην Ακαδημαϊκή Τεχνολογία τού Πανεπιστημίου Κολούμπια
τής Νέας Υόρκης. Από τον Ιανουάριο του
2010 εργάζεται σαν βοηθός στην Ακαδημαϊκή Τεχνολογία τού
Δημοσίου Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης. Παράλληλα παρακολουθεί εργαστηριακά
μαθήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών του ίδιου πανεπιστημίου. Επίσης παρακολουθεί
ιδιαίτερα μαθήματα Παστέλ στην Αμερικανική Ένωση Πάστελιστς με την γνωστή
εικαστικό Τζάνετ Κουκ. Η Σέβη έχει αναγνωρισθεί επίσημα πάστελιστ, από τους
κριτικούς της ίδιας ένωσης.
Η ποίηση άγγιξε την ψυχή της, όταν το 2000 διαγνώσθηκε με
δεύτερο στάδιο επιθετικού καρκίνου, με πιθανότητα επιβίωσης σαράντα τις εκατό
για τα επόμενα πέντε χρόνια. Τότε άρχισε να γράφει, μετουσιώνοντας την ελάχιστη
ζωή που της έδιναν σε αιώνια ζωή, μέσα από την ποίηση. Σύμφωνα με τον θεράποντα
ιατρό της στην ΝΥ, ένας από τους πιο σοβαρούς παράγοντες που επέζησε ήταν η
ενασχόλησή της με την ποίηση. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε γνωστά ελληνικά
έντυπα, όπως «Πειραϊκά Γράμματα», «Ελληνόραμα» και «Αιγιναία». Η πρώτη της
ποιητική συλλογή, Οι Δύο Πατρίδες μου, που φωνητικά αποσπάσματα της ευρίσκονται
στο διαδίκτυο, αναπήδησαν από την αγάπη της για την γενέτειρά της Ελλάδα και
την βιωματική της πορεία στην ιδιαίτερη πατρίδα της.
Όνειρό της είναι να εκδώσει τα εικαστικά έργα της σε
συνδυασμό με την ποίηση. Ελπίζει σε έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και λέξεις που θα
αποτυπώνουν την αλήθεια . Θα ήταν παράλειψη αν δεν ομολογήσει την σημασία που
έχει στη ζωή της η θυγατέρα της Αικατερίνη που δίνει μάχες για την νοσηλεία και
θεραπεία ανθρώπων με σοβαρά προβλήματα υγείας.
Εργογραφία:
Ποιητικές
Συλλογές: Οι Δύο Πατρίδες μου, Αθήναι (2005)
Υπό
έκδοση: Ταξιδεύοντας Μόνη, Ο Έρωτας ένα Νησί, Αίγινα Γυρίζω Συχνά σε Σένα.
Συγγραφικό
Έργο: Η Μεγάλη Εξομολόγηση και Ασυμβί-βαστοι Κόσμοι
Ανθολόγιση:
2004, 3η Ανθολογία ΕΕΛΣΠΗ, παγκόσμια ένωση Ελλήνων ποιητών Διασποράς
Pomegranate Seeds: Ανθολογία Ελληνοαμερικανών ποιητών,
εκδοθείσα από τον ποιητή Ντιν Κόστος.
Sevasti Boutos 25 53 34
Str apt 14
Astoria NY 11103 USA
Astoria NY 11103 USA
(Αποσπασματική παρουσία του έργου της Σεβαστής Μπούρα-Μπούτου, ΗΠΑ)
Πέρασαν
χρόνια
Για
να πω κι εγώ κάτι
Δια-δώστε
το
Απλά
σε τούτη τη δίνη τής ζωής, το να βρίσκουμε χρόνο να μιλάμε για ποίηση, είναι
πολυτέλεια. Όμως πάλι, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί στη ποίηση, που είναι
έμπνευση από την ίδια την ύλη που μας περιβάλλει, όπως η φύση, οι σεισμοί,
οι κατεστραμμένοι αστυνομικοί φάκελοι, τα παλιά κελιά, ακόμη και τα όπλα
μαζικής καταστροφής, (ποίηση απελπισιάς), να μην αποδίδεται ο σχηματισμός μέσα
από την μυστηριώδη αντίληψη των πραγμάτων. Τελικά θα μου πείτε, ότι ο κόσμος
των ιδεών είναι αυτός που κυριαρχεί και μια διάθεση να εξιδανικεύουμε τα
πράγματα. Βοηθήστε με σας παρακαλώ να αφήσω τον εαυτό μου να φθάσει ειρηνικά
στο σώμα που εμπεριέχει η ποίηση. Δεν γνωριστήκαμε τυχαία νομίζω εμείς όλοι
εδώ. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο λέξεις. Πού να τις βάλω δεν ξέρω. Σκέπτομαι να
τις αφήσω και να πάω προς βοήθεια των ανθρώπων, εκεί που ο κόσμος δεν γνωρίζει
γλώσσες να διαβάσει ποίηση, δεν έχει σχολεία, αλλά έχει ανάγκη λίγης τρυφερής
φροντίδας, όπως φάρμακα και τροφή.
Ο
αιώνας μας έχει ψωμί για όλους
μας
λένε κάποιοι.
Έχει
και δρόμους που δεν τους διαβαίνουν
πια
εργάτες και παιδιά.
Στις
νουβέλες μας ζούμε και
πεθαίνουμε
δυστυχισμένοι.
Οι
αγρότες μας δεν ιππεύουν άλογα
ούτε
περπατούν.
Η
ανατολή δεν βγαίνει στο ποτάμι.
Το
'χουν μπαζώσει.
Αγαπητέ
μου, δεν μας σώζ’ η ποίηση
ούτε
οι τράπεζες.
Στον
αιώνα μας οι θρησκόληπτοι
πάνε
στο παράδεισο.
Κι οι
κολασμένοι τρέχουν στους εξορκιστές
να
λυτρωθούν.
H φωτιά της γης μουγκρίζει
όπως
γεννούν οι κατσίκες μας.
Οι
δανειστές μας γράφουν την ιστορία
κι
όχι ο λαός. Τι περιμένεις;
Ο
Θησέας πέθανε, μα ο Μινώταυρος ζει.
Ω!
Ηρακλείδες. Ζουν οι παραμυθάδες.
Περάστε
μπροστά!
Βλέμμα
ζητιάνου,
Δίψα
του οδοιπόρου
Κτύποι
της καρδιάς
Γράμμα
δικό σου
Ήχος
του τηλεφώνου
Τέλος
μιας βραδιάς.
Ύστερα
μόνη. Μάννα! κρυώνω πολύ.
Καρφιά
στο σώμα, τρύπα στο στήθος
Θάνατος
ο έρωτας, πίκρα το φιλί.
Τόση
αγάπη δεν πάει στα μεγέθη
αλλά
στη ζωή. Ε! Κυρά ζωή
Δεν
έχω χαλινάρι. Κράτα με εσύ.
Τα
βήματά μας βία της ιστορίας,
τρόμος
των ζώων. Προορισμός μας
το
μέλλον των παιδιών μας
κι ο
Παράδεισος. Ελευθερία μόνο στα λεξικά μας.
Όραμα
μηδέν.
Αντιπρόσωποι,
διπλωμάτες
Παπάδες
και θεραπευτές.
Αποτέλεσμα:
κόλαση μέσ’ στο χάος
Δεν
ζεις αν δεν θες. Πιάσαμε πάτο.
Αμαρτίες
απ’ το χθες
Σώσε
μας τώρα Θεέ!
Νέα Υόρκη
Πρωί:
Μυρωδιά καφέ, αμμωνία των ούρων
Βιασύνη
παντού
Πόλη
άυπνη της πόρνης και του κεφιού
Του
ξενιτεμού.
Μεσημεράκι:
Χάντ Ντόγκς και Κεμπάπ καυτά
Σάλτσες,
μουστάρδες.
Πέντε
και μισή: Άνθρωποι σαν ποντίκια
Δραπέτες
του νου.
Μη
τυχόν και πεις ΧΕΖΟΜΑΙ στην Τάϊμ Σκουέρ.
Τους
τρομοκρατείς.
Με τον Ηράκλειτο
Τι
είν’η ζωή; Κόλαση, κάθε στιγμή φωτογραφίες.
Κι ο
θάνατός μας; Γιατρός χωρίς φάρμακα, αυτοάνοσος.
Κι ο
πάνω Θεός; Αθάνατος άνθρωπος με γένια ανδρός.
Και ο
άνθρωπος; Θνητός μαζί και θεός
Σκληρός
τιμωρός xαζός κι ευφυής.
Γέννημα θρέμμα θεού.
Τι
ισχυρισμός!
Λάτρης
πολέμων, Δικαστής με λοφίο
Ο
Κυβερνήτης, Ο μοναρχίδης
Περιστέρι
σε βόθρους
Πιστεύει
ό, τι νομίζει.
Εκούσια Απομόνωση
Είδα
στ’ όνειρο ένα σπίτι αψηλό και μια φαμίλια.
Είδα
κι ένα γιο που δεν γέννησα ποτέ να με ραντίζει.
Είδα
τ’ αμπέλια του παππού και της γιαγιάς
ότι
υπήρχαν.
Τι να
θυμηθώ από την Εσπερία; Μη με κοιτάζεις.
Τι να
θυμηθώ από την παράνοια και απληστία!
Θέλω
να φύγω κάτω στη γη του Πυρός ή στη Μίλητο.
Μα τι
σου λέω. Γέμισε ο νους γνώση. Πού θα χωρέσω;
Δεν
με χωράει κανένας τόπος μένα. Βάρυνα πολύ.
Έλα
ποίηση. Έλα να μου πεις κάτι. Έλα κράτα με.
Πολυκαταστήματα
(ΜΟΛΣ)
Ρούχα ακριβά
παπούτσια σε όλες τις τιμές
κλάματα παιδιών, κλέφτες πορτοφολιών.
Μασάζ από δέκα λεπτά και πάνω,
κλόουν, μαγικά χαλιά,
μυστικά στο αυτί: « Δεν έχουμε άλλα λεφτά!!»
ΤΑΜΠΕΛΛΕΣ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ: το κάπνισμα, τα τυχερά παιχνίδια εκτός από τα
ερωτικά.
ΤΜΗΜΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΕΙΔΩΝ: καλλυντικά ,
σκιές,
περούκες, κρέμες χωρίς ζάχαρη,
δίαιτες χωρίς προφιτερόλ.
ΟΝΕΙΡΑ ΧΑΜΕΝΑ; οικονομική
κρίση, διπλή αυτή τη φορά στο γειτονικό ΨΙΛΙΚΑΤΖΙΔΙΚΟ.
Στον
μάχιμο φαντάρο
Γύρισαν εψές πολλοί σημαδεμένοι ,
μα εσύ δεν ήσουν εκεί. Εσύ αετέ που πέταξες μακριά
σε ξένη γη που δεν την έλεγαν Εσπεριδομαρία ή Ελένη ,
αλλά Κουβέϊτ, Ιράκ και
Αφγανιστάν.
Σαν τους Αχαιούς τ’ άφησες όλα πίσω για μια ιδέα.
Η πληρωμή σου ήταν, είναι και θα
’ναι με επιταγή.
Ποιος σαν πολεμά σκέφτεται τ’
αργύρια κι είναι νικητής;
Οι άνθρωποι, ξέρεις, είναι σαν τα
δάκρυα.
Γεμίζουν τα μάτια
όσο συγκινείσαι.
Όμως οι άνθρωποι
είναι και σαν τις σκιές.
Εξαφανίζονται όταν
δουν πως δεν υπάρχει λόγος να ζουν
με το συναίσθημα.
Είναι κάποια οριακά
σημεία που κάνουν τον άνθρωπο
να επικοινωνεί.
Φοβάμαι τη στιγμή
που φθάνει κάποιος στο τέρμα λέγοντας: «Τέρμα πια, μέχρι εδώ!»
Ενώ οι άλλοι νόμιζαν
ότι θα τερμάτιζαν μαζί του.
Ήσουν η τύχη που
βρήκε
το ναυάγιο στο
λιμανάκι.
Το μόνο χαρτί που
δεν βράχηκε ποτέ
γιατί το κρατώ.
Ήλθες στην ώρα που
γινόταν πόλεμος
μέσ’ στην καρδιά
μου.
Πρώτη στη μάχη
μάχομαι και
το σπαθί σου το
προσέχω κι αυτό.
Είσ’ ο μεσιανός που
μια μέρα
στο σπίτι μας θα
γυρίσει.
Χρόνια τώρα μιλώ στο
ρούχο
που άφησες στη φωτιά
για να ζω.
Τί δ᾽ εἰς ἔρωτα τοῦδε πέπτωκας μέγαν;
Πώς
σ' έπιασε για δαύτο τέτοιος πόθος; (Βάκχες, Ευρυπίδη)
Μια
Γυναίκα:
Διόνυσε,
μην κάψεις το σπίτι όποιου δεν σε πίστεψε.
Και
συ Πενθέα, μέσ’ τα κατώγια σου, μη ρίχνεις έναν θεό. Μονάχος λευτερώνεται χωρίς
να πολεμήσει.
Μα
όποιος θέλει να 'χει την Κύπριδα μαζί του
χωρίς
κρασί δεν γίνεται να ευφραίνει τη ζωή του.
Είναι
η γυναίκα το κρασί που φέρνει και τον πόθο.
Είναι
ο θύρσος μέσ’ στα χέρια της, η κόμη, το φουστάνι
όπλα
ικανά να σε γυρνούν στον πηγαιμό στον Άδη.
Μα
σαν σου τύχει τις γυναίκες να νικήσεις
να
ξέρεις πως με βία δεν θα τις κατακτήσεις.
Διόνυσος:
Γυναίκα
συ! Τα σπίτια δεν καίγονται από θεούς
αλλά
από αυτούς που φαίνονται και λένε ότι είναι ξύπνιοι. Γιατί αυτοί συνήθως
απαιτούν πολλά απ’ τη ζωή τους, ξεχνώντας ότι ο χρόνος δεν κλώθεται ποτέ, ποτέ μαζί τους.
Πάνω
απ’ όλα όμως να θυμάσαι, ότι τα λόγια, όσο κι αν είναι δυνατά πετάνε στον αέρα,
αν με το νου σου δεν τα λες πριν φύγουν παραπέρα.
Μα
τούτο ποτέ μη λησμονήσεις.
Τη
φήμη σου δεν χάνεις από έρωτα αλλά από τ’ αμέτρητα και όμορφά σου ψέματα.
Ανεργία
Παγερός
ο χειμώνας τούτη τη φορά
χωρίς
ελπίδα και εισόδημα, με Δέλτα Νι Ταυ.
Ανεργία
υψηλή, χρεωκοπία στον ορίζοντα στυγνή.
Οι
πόλεις άδειες τις βραδιές συρρικνωμένες.
Ακρίβυναν
τσιγάρα, σπίρτα κι αλκοόλ.
Κι
εκείνος ο καφές στα Στάρμπαξ, ακόμα πιο ακριβός.
Κρύες
κάμαρες θανάτωσαν μια γενιά και τ’ όνειρό της
που
λέγεται στην Εσπερία, Αμερικανικό, που δεν ήταν ποτέ δικό της.
Αφιερωμένο
στην αείμνηστη ποιήτρια και συγγραφέα Ρεγγίνα Παγουλάτου, υφάντρα τού γραπτού
λόγου. Ήταν φίλη τού Γιάννη Ρίτσου και του Νικηφόρου Βρεττάκου. Εξορίσθηκε στα
ξερονήσια γιατί τα έλεγε σε μια εποχή στην Ελλάδα που απαγορευόταν να έχεις
φωνή.
Ρεγγίνα
μου γεια! Στην σιωπή σου μιλώ.
Τρέμουν
τα λόγια γεννήτρα Λόγου, υφάντρα παλιάς γραφής γαλανής ψυχής.
Λαξεμένη
μου! Κόπιασες πολύ στη γη.
Άφησες
δάκρυ. Έγινες λάβα.
Πώς
να σου πω αντίο; Μου ’ρχεται στυφό.
Χίμηξες
θεριό εκεί που άλλοι τρέμουν. Αντάρτισσά μου!
Φυλλόδενδρό
μου, καμάρι επίγειο! Άνοιξες φτερά.
Φυλακίσθηκες
γιατί τους τα έλεγες. Τα σύκα - σύκα!
Τι να
θυμηθείς; Ό, τι και να σου πούμε θα είναι λίγο.
Γι’
αυτό σταματώ σαν το αυτοκίνητο χωρίς οδηγό.
…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου