Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΤΗΛΗ Πετρώνουν τα δάκρυά μας;»



Βάιος Φασούλας
Ε.Ο. Καλαμπάκας 134
42131 ΤΡΙΚΑΛΑ

Διαβάστε! Πολίτες διαβάστε. Κλείστε τα σαχλοκάναλα και διαβάστε. Κι εσείς που έχετε τη δύναμη της διακίνησης του Λόγου…, Εφημερίδες, Ιστοσελίδες κ. ά., μην τον πνίγεται και μην τον προσπερνάτε. Τον πνιγμό του θα ακολουθήσει και ο δικός σας. Μην υποτιμάται τη νοημοσύνη των Πολιτών που ασκούν κριτική στα κομματικά δρώμενα και  στους πρωταγωνιστές της καταστροφής. Είναι αυτοί, οι επιλεγμένοι από μας, δυστυχώς, επιβήτορες που τους βλέπουμε να εκτελούν τις δουλειές τους πηδώντας από κανάλι σε κανάλι σαν τις μαϊμούδες που κρέμονται στα δέντρα και μας δείχνουν τα μεριά τους… εκεί που μας έχουν γραμμένους. (09-07-2016).   



      *                      *                          *                            *                          *                              *
Στις στρωματοποιημένες πολιτείες του κόσμου απ’ τις ληστρικές επιδρομές του μεγάλου κεφαλαίου, η πορεία του χρεοκοπημένου συστήματος, του οποίου με ποικιλόμορφα καμουφλάζ προσπαθούν να καλύψουν και να επιβραδύνουν τη δύση του, στην Παγκόσμια Ημερήσια Διάταξη τίθεται ακατόρθωτο και αφύσικο.


Στην 5η Ανθολογία της ΕΛΣΠΗ
Ο Ηλίας Στεργιόπουλος, Ελλάδα
Εκδόσεις Όστρια, Αθήνα 2017
«Η Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η., μέσα από τα κείμενά της γι’ αυτά αγωνίζεται. Τα Κάλλη του Λόγου αντικαθίστανται από τη «μοντέρνα» εκδοχή. Σε πολλές περιπτώσεις γίνεται χρήση του λόγου με τρόπο  άγριο, πρόστυχο, πρόχειρο, με αποτέλεσμα την παγίδευση του αναγνωστικού κοινού σε συμπληγάδες αντικοινωνικού προσανατολισμού. Ο καθαρός Λ ό γ ο ς προώθησης των διαχρονικών ιδανικών μέσα από πεζά και ποιητικά έργα πρέπει να πρωτοστατεί».
Φωτογραφία του Ηλίας Στεργιόπουλος.
Ο Ηλίας Στεργιόπουλος γεννήθηκε στο Γοργογύρι Τρικάλων. Κατοικεί ση Φήκη Τρικάλων. Έχει απολυτήριο της Γεωργικής Σχολής του Ορφανοτροφείου Πτολεμαΐδας. Στη ζωή του απασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα και  χρόνια τώρα είναι βιοτέχνης. Εκδόθηκαν τέσσερα έργα του: «Πετρώνουν τα δάκρυά μας;» και «Έλα να μου κλείσεις τα μάτια», από τις εκδόσεις ΖΗΤΗ. «Μισή αλήθεια» και «Προσωπικές μνήμες» εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. Υπό έκδοση το βιβλίο του «Οι σκέψεις μου».

Έργα του ιδίου:
Πετρώνουν τα δάκρυά μας;
Μισή αλήθεια
Προσωπικές μνήμες
Υπό έκδοση:
Οι σκέψεις μου. Διηγήματα
Φήκη. Τ Κ, 42100. Τρίκαλα.



(Αποσπασματική παρουσία του έργου του Ηλία Στεργιόπουλο, Ελλάδα)


«Πετρώνουν τα δάκρυά μας;»
(Απόσπασμα)
…Όταν πέρασαν λίγες μέρες, η Ελευθερία μου θύμισε την υπόσχεση που της είχα δώσει να πάμε στα βουνά. Ο γιος μας ο Στέλιος μας νοίκιασε ένα χώρο στο Περτούλι. Δίπλα στο δάσος ήταν ένα παλιό αρχοντικό διώροφο που λειτουργούσε σαν ξενοδοχείο.
Μαζέψαμε τα πράγματά μας και το φαρμακείο της Ελευθερίας. Στις αποσκευές μου τα τετράδια, τα μολύβια, ήταν άκρως απαραίτητα και την καπνοσακούλα μου. Ωστόσο δε φοβόμουν πια το παρελθόν. Εκείνο έτρεμε, γιατί του έγινα ενοχλητικός και αδιάκριτος.
Ξεκινήσαμε απογευματάκι. Είχαμε μια χαλαρή, ήρεμη διάθεση, απολαμβάνοντας το ταξίδι. Δε χορταίναμε να βλέπουμε αυτές τις γρήγορες εναλλαγές του τοπίου, ανεβαίνοντας τα βουνά, ένα από τα πιο υπέροχα κομμάτια των οροσειρών της Πίνδου. Φτάνοντας στο ξενοδοχείο, πάρκαρα σ’ ένα υπόστεγο. Ο υπάλληλος μας υποδέχτηκε ευγενικά και μετέφερε τη βαλίτσα μας στο δωμάτιο.
Είχε ακόμα λίγο φως η μέρα και κάναμε ένα γύρο από το ξενοδοχείο με τα πόδια. Παρατηρούσαμε το παλιό, ανακαινισμένο αρχοντικό που αρμονικά δενόταν με το φυσικό περιβάλλον. Ο επίγειος παράδεισος κυρίαρχος μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι μας.
Η Ελευθερία πιασμένη απ’ το μπράτσο μου απολάμβανε τα θαύματα της φύσης, ώσπου ζήτησε σιγά-σιγά ν’ ανέβουμε στο δωμάτιο που δεν είχαμε δει ακόμα.
Ανεβήκαμε λοιπόν και αυτό που αντικρίσαμε ήταν φανταστικό. Ήταν μεγάλο υπνοδωμάτιο με επένδυση ξύλου στο ταβάνι. Δυο παράθυρα με χειροποίητα κεντητά κουρτινάκια. Ένα κρεβάτι από ξύλο και μέταλλο, στο χρώμα της κερασιάς. Πάντες υφαντές στους τοίχους. Ένα πολύφωτο σε παλιό στιλ. Επίσης ένα παλιό σαλονάκι με καναπέ, πολυθρόνα. Δίπλα στο τζάκι που 'καιγε, ένας ολόσωμος καθρέφτης με ξύλινη κορνίζα. Στο πέτρινο πάτωμα κατακόκκινες φλοκάτες φτιαγμένες στις δρυστέλλες του Γοργογυρίου.
Το κουρασμένο πρόσωπο της Ελευθερίας φωτίστηκε από το όμορφο θέαμα. Έδειχνε αυτοκυριαρχία, σαν να έλεγε, «να, κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε τρεις μέρες σε σουίτα». Ζήτησε όμως να ξεκουραστεί και μετά από μια ώρα θα δειπνούσαμε. Όταν ξάπλωσε, θυμηθήκαμε πως ήταν η μέρα να κάνουμε την ένεση για την τόνωση του αιματοκρίτη.
Ντυθήκαμε και έπειτα βρεθήκαμε στην τραπεζαρία. Μας υποδέχτηκε το γκαρσόν ανοίγοντάς μας μια δίφυλλη πόρτα να περάσουμε.
Στο χώρο εκείνο ακουγόταν απαλή μουσική, με φωτιά στα δυο τζάκια. Στα τραπέζια στρωμένα λευκά, κεντητά τραπεζομάντιλα με πάνινες καταπράσινες πετσέτες στις γωνίες. Επιλέξαμε ένα τραπέζι με θέα το τζάκι. Οι θαμώνες, έξι εφτά ζευγάρια ακόμη, άλλα νεότερα κι άλλα στην ηλικία μας. Το γκαρσόν μας παρότρυνε χαμηλόφωνα να φάμε κοκκινιστό ζαρκάδι. Συμφωνήσαμε κι έτσι το κοντοσούφλι, που υπολογίσαμε να δοκιμάσουμε, έμεινε για την επομένη.
Τρώγοντας και πίνοντας βαρελίσιο, κόκκινο κρασί, λογαριάζαμε πως σε πέντε μήνες περίπου θα 'ρθει το δεύτερο εγγόνι της νύφης μας, της Κατερίνας, που θα ’τανε αγόρι. Η Ελευθερία υποθετικά έλεγε πως το νέο μέλος της οικογένειάς μας θα έμοιαζε σε μένα, αλλά θα 'ταν κι αυτό όμορφο, σαν τη μικρή Ελευθερίτσα μας.
Το ήθελα και λαχταρούσα, αγωνιούσα για τη γέννηση του εγγονού μας, αλλά αναρωτιόμουν μήπως δεν θα πρέπει να πάρει τίποτα από μένα. Μήπως εδώ θα 'πρεπε επιτέλους να κοπεί το νήμα της μεταφοράς των πόνων; Και να πρέπει να σπάσει η κληρονομικότητα.
Η στράτα των παιδιών δε θα 'ναι άβατη. Δε θα περπατούν ξυπόλυτα στο δρόμο με τριβόλια. Δε θα 'χουν το ένα τους παπούτσι στο καρφί και τ’ άλλο χαμένο στο ποτάμι. Δε θα φορούν κατακαλόκαιρο γαλότσες στα πόδια. Δε θα βλέπουν τους γονείς τους πονεμένους. Δε θα γυρίζουν στις ρούγες για λίγο γάλα και ψωμί. Δε θα σκάψουν σε παγωμένο χώμα. Δε θα 'ναι τα παιδιά του «προδότη» πατέρα. Δε θα 'χουν εφιάλτες. Τα όνειρά τους θα ’ ναι ανάλαφρα, γλυκά την άλλη μέρα. Θα πλαλούν, θα χαίρονται, θα τραγουδούν, θα τρων γλυκό ψωμί, θ’ αγαπούν. Τίποτα, μα τίποτα, ούτε το όνομά μου, δε θέλω θα πάρουν από μένα.
Επίσης αναρωτιόμουν αν θα ήμασταν ακόμα μαζί με την Ελευθερία, ως τότε. Εκείνη ήταν που με διέκοψε από τις σκέψεις μου, ρωτώντας πόσα θα πληρώσουμε για το φαγητό.
-Ελευθερία μου, ποιος νοιάζεται για τα λεφτά τώρα; Τι κάνουμε μετά… είπα, βλέποντας τα νέα ζευγάρια που χαίρονταν τη ζωή κι αντάλλασσαν ματιές όλο υπόσχεση για το «μετά».
Ανεβήκαμε χέρι με χέρι στο δωμάτιο μας. Στο καθιστικό προσπάθησα να διαβάσω κάτι, αλλά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Έπεσα δίπλα στην Ελευθερία. Με τα χέρια μας αγκαλιασμένα απομείναμε σιωπηλοί, γαλήνιοι. Σίγουρα μέσα μας πιστέψαμε πως έτσι θα πορευτούμε καιρό τώρα ανταλλάσσοντας τη στοργή μας. Ένιωθα όμως θλίψη κι έναν απέραντο οίκτο για κείνη.
Όμως ο καιρός χειροτέρεψε. Έτσι κλειστήκαμε στο ξενοδοχείο πότε στο μπαρ πότε στο δωμάτιό μας. Εκεί εγώ διαβάζοντας ή γράφοντας και η Ελευθερία ξαπλωμένη στο κρεβάτι, προσπαθούσε ν' ανοίξει με τα μάτια της διάδρομο μέσα απ’ την ομίχλη και την ακατάπαυτη νεροποντή, να δει πίσω μακριά, να νοσταλγήσει τα αλλοτινά μας χρόνια.  
Γυρνώντας προς το μέρος της είδα ένα δάκρυ της που έβρεχε το κεντητό μαξιλάρι, χωρίς να ακούγεται ωστόσο το παράπονό της. Ίσως πάσχιζε με το βλέμμα της να διασπάσει την αντάρα της ομίχλης, να δει τον ορίζοντα κι από κει να μαντέψει το δικό της χρονικό όριο…       




«Μισή Αλήθεια»
H παρουσία ενός παιδιού - Απόσπασμα.

Σήμερα πριν φύγει ο Άγγελος για το σύνηθες πια σεμινάριο, η Στεφανία τον παρακάλεσε να επιστρέψουν στην Αθήνα με το βραδινό τρένο. Ήταν ακόμα ξαπλωμένοι, ξεκουράζονταν από τη γλυκιά κόπωση, ύστερα απ’ το ερωτικό τους αντάμωμα στο λυκαυγές, χαλαροί στο κρεβάτι του ξενοδοχείου.
«Με το τρένο θα διαπιστώσω αν είναι γραφικό το τοπίο που αφήνεις πίσω σου, όπως το περιγράφεις», του είπε κι έβαλε το κεφάλι της στο στήθος του.
«Καλή ιδέα, Στεφανία. Θα δειπνήσουμε στο εστιατόριο του τρένου και θα πιούμε το κρασάκι μας. Θα πάρουμε δικό μας κουπέ όμως, γιατί το πρωί εγώ έχω ιατρείο, εσύ σχολείο. Δε βγαίνει η μέρα», είπε.
Το τελευταίο πρωινό κυλούσε ήσυχα στο σπίτι των γονιών του, στην Άνω Πόλη, με την κυρία Περίκλεια και τον Χαράλαμπο, να μη χορταίνουν να κανακεύουν την κοπέλα. Το δεύτερο καφέ θα τον έπιναν στη βεράντα του πάνω ορόφου ατενίζοντας το Θερμαϊκό. Πριν βγουν στο μπαλκόνι, η Στεφανία βρέθηκε σ’ ένα σαλόνι σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό του κάτω ορόφου, με επιπλέον κρυφούς φωτισμούς, πατιναρισμένα φαρδιά γύψινα στο ταβάνι και λουλουδάτες ανάγλυφες ταπετσαρίες στους τοίχους σε λαδί χρώμα, και κρυσταλλένιους πολυελαίους.
Το οχτάγωνο τραπέζι της τραπεζαρίας από τριανταφυλλιά δέσποζε στην αριστερή γωνιά του σαλονιού με τις χειροποίητες σκαλιστές καρέκλες με την ψηλή πλάτη. Ήταν ακόμη ένα στολίδι και ανταγωνίζονταν επάξια σε ομορφιά το βαρύ Κερκυραϊκό σαλόνι. Στους τοίχους, δυο πίνακες του Θεόφιλου και του Μόραλη. Επίσης ήταν κρεμασμένο κι ένα πορτρέτο του πατέρα Άγγελου Παφίλη, όπως της εξήγησε με στεναγμό ο κύριος Χαράλαμπος. Εικονιζόταν σε μεσόκοπη ηλικία, χαμογελαστός, με το χέρι του στην έκταση σα να έδειχνε προς τη φουρτουνιασμένη θάλασσα του Θερμαϊκού.
Η Περίκλεια έπειτα οδήγησε την κοπέλα για λίγο στο καθιστικό όπου υπήρχε μια τεράστια βιβλιοθήκη σε σχήμα γάμα. Κάλυπτε σχεδόν τους δυο τοίχους φορτωμένη με κάποια επιστημονικά, ιατρικά και νομικά συγγράμματα και τους κλασικούς συγγραφείς. Κοντοστάθηκε και διέκρινε πολλά λογοτεχνικά βιβλία των Λουντέμη, Καραγάτση, Dostoyevski, Victor Hugo και ποιητικά έργα των Καβάφη, Σολωμού, Σεφέρη. Στο τέλος του τοίχου ο χώρος φωτιζόταν μ’ ένα παράθυρο που έβλεπε δυτικά.
Στη συνέχεια πέρασαν απ’ τις τρεις κλειστές κρεβατοκάμαρες. Η Στεφανία εκστασιασμένη γενικά απ’ όλους τους πολυτελείς χώρους, ζήτησε με δισταγμό να δει την κρεβατοκάμαρα του Άγγελου.
«Κυρία Περίκλεια, το πάτωμα αυτό είναι επιπλέον πιο μοντέρνο και γουστόζικο απ’ το κάτω. Ασφαλώς θα είναι επιλογές του γιου σας. Μήπως μπορώ να δω και την κρεβατοκάμαρά του;»
Η πρόσχαρη ως τώρα οικοδέσποινα μάσησε λιγάκι τα λόγια της, αλλά μίλησε με σαφήνεια τελικά.
«Κόρη μου, δεν έχω κλειδιά. Πολλές φορές ο Άγγελος έρχεται αργά και τα κρατάει». Κι αμέσως πρότεινε,«...όπως βλέπεις το σπίτι μας σε χωράει. Την άλλη φορά να μείνεις μαζί μας. Θα το χαρούμε όλοι και προπαντός ο γιος μου. Θα ήθελε να μετακομίσει απ’ την Αθήνα αλλά μαζί του να έρθεις κι εσύ και να σας δούμε στεφανωμένους», πρότεινε στοργικά.
Η γηραιά κυρία πήρε τα χέρια της κοπέλας στα δικά της και τα φίλησε. Η Στεφανία συγκινήθηκε προς στιγμήν και το εκδήλωσε μ’ ένα φιλί στο μάγουλο της μητέρας του Άγγελου, χωρίς να πει λέξη για τις προτάσεις της. Έκανε αμέσως στροφή, ακολουθούμενη απ’ την Περίκλεια, πέρασαν στο σαλόνι, ώστε από εκεί να βγουν στο μπαλκόνι.
Στον άλλο τοίχο του σαλονιού έπεσαν τα μάτια της Στεφανίας στην ίδια ακριβώς σερβάντα με τον κάτω όροφο. Πρόσεξε το ίδιο φορτωμένο με ορχιδέες ανθοδοχείο, με τις ίδιες διάσπαρτες φωτογραφίες στην επιφάνειά της. Ο πατέρας Χαράλαμπος την ίδια στιγμή παρέμενε ακόμα κάτω απ’ το πορτρέτο του πατέρα του, με βλέμμα αναπόλησης των αλλοτινών χρόνων και με το μαντίλι του πού και πού σκούπιζε τα μάτια του συγκινημένος.
Η Στεφανία με τόλμη πήρε απ’ τη σερβάντα στα χέρια της τη φωτογραφία του παιδιού που απεικονιζόταν με τους γονείς του Άγγελου. Στράφηκε κοιτάζοντας τη φοβισμένη μάλλον γυναίκα.
«Κυρία Περίκλεια, πανέμορφο κοριτσάκι. Μοιάζει σ’ εσάς νομίζω. Τι σας είναι;» χωρίς να ρωτήσει πώς το λένε πήρε και την άλλη φωτογραφία που ήταν μόνο του.
«Ναι, το ζαχαρένιο μου, όσο μεγαλώνει ομορφαίνει! Είναι η ανιψιά μας, η Δανάη. Κατοικεί με τους γονείς του στη Λοζάνη», είπε φιλώντας τη φωτογραφία που άφησε η Στεφανία. «Μας λαχτάρησε τον πρώτο χρόνο. Όλο άρρωστο το είχαμε. Πήγαμε να το χάσουμε», μ’ αυτό που είπε βεβιασμένα μπέρδεψε τη σκέψη της Στεφανίας και βιάστηκε να τα μπαλώσει.
«Οι γονείς του εκείνη τη χρονιά πήραν έξι μήνες άδεια άνευ αποδοχών. Ο πατέρας του είναι γιατρός. Το Πάσχα ίσως να μας έρθουν, να μας έρθεις κι εσύ με τον Άγγελο», την προέτρεψε ψύχραιμα δείχνοντας με το νεύμα τη βεράντα.
      Η Στεφανία έχασε την ισορροπία της και ακούμπησε στο έπιπλο παρά τη θέλησή της. Είχε λίγη ώρα που αντιλαμβανόταν η ίδια ότι την εγκατέλειπαν λιγάκι οι δυνάμεις της. Ένιωθε πρώτα σαν να την τρύπαγαν με μια βελόνα άγαρμπα στον αυχένα. Κατόπιν ακολουθούσε ένας φρικτός πόνος του δευτερολέπτου που διοχετεύονταν στο δεξιό κρόταφο. Ένιωθε κάποια σκοτοδίνη και ακολουθούσε η συστολή του δέρματος γύρω απ’ τα μάτια και το στόμα, ενώ τα χείλη της μούδιαζαν και όλα αυτά στον ίδιο χρόνο…

Π ο ι ή μ α τ α «Προσωπικές μνήμες»
«Οι σκέψεις μου»
Τώρα ξέρω.
Έκλαιγες, έκλαιγες στην αγένωτη αγκαλιά μου,
παιδούλια στα δεκαπέντε μας
πετροβολώντας τα αγίνωτα φιλιά μας
και βύθιζες τα μαύρα μάτια σου στις δικές μου
καταγάλανες θάλασσες να βρεις απάγκιο
καταχωνιάστηκες στις κόχες των ματιών μου,
η αρμύρα αντάμωνε με το μέλι των χειλιών σου
μεθύσαμε για πρώτη φόρα με πλεγμένα τα χέρια μας.
Κι εγώ σε μάλωνα μη κλαις, γιατί κλαις;
Δεν ήξερα πως ήταν το νάμα στην ψυχή σου!
Τώρα ξέρω είναι το νάμα στη ζωή μου….


Σιμά μας...

Το φως σιμά μας πέρασε κι άφησε απλόχερα
τη θέρμη του σε σένα.
Σου κουβέντιασε, σ’ αγκάλιασε, έθρεψε την ψυχή σου.
Όμως μην ξεχαστείς στα ταξίδια του νου, θα φύγει
η ζεστασιά απ’ την καρδιά σου και το φως, αλάργα θα διαβεί!

Το ίδιο φως δεχτήκαμε μαζί και περπατήσαμε
σ’ ακρογιαλιές και στου βουνού τη χάρη.
Ανέβηκες στους πρόποδες του φεγγαριού
και στου Θερμαϊκού τα κάλλη!

Τα φυσικά στολίδια σ’ αγκάλιαζαν, σε πίστεψαν από καρδιάς
Όμως μην ξεχαστείς στα ταξίδια του νου.
Το φως αλάργα θα διαβεί, θα κάνει χρόνους να φανεί και συ στους πρόποδες του φεγγαριού δεν θα 'χεις κάπου να σταθείς.
Θα χάσεις την καρδιά σου .

Το ίδιο φως δε ζέστανε, θαρρώ τα σωθικά μου,
ίσως απάλυνε τον πονεμένο, τον ταραγμένο νου·
 είναι απέραντη η παγωνιά μου.

Μαζί με σένα και το φως φτάσαμε
στους πρόποδες του φεγγαριού·
μου ζεστάνατε το νου, την ψυχή και τα σωθικά μου.
Όμως η λάμψη του ήταν αχνή.

Δε φταις εσύ, ούτε το φως. Άλλα μου έσκαψαν
την καρδιά, από την κούνια μου κληρονομιά!
Το φως, προσπέρασε, με κοίταξε, μου χαμογέλασε.
Πονετικά. Δεν είχε λόγια να μου πει, ξέρει ακόμα την πληγή.
 Ουρανός

Κλαις που δεν βλέπεις τον δικό σου ουρανό.
Μα προτίμησες χρυσό κλουβί με χρυσοσκέπαστη σκεπή…
Τώρα σπαράζεις, θέλεις λίγο απ’ τον δικό σου ουρανό,
σκάψε μέσα σου βαθειά κάπου υπάρχει χαραμάδα
στον ίσκιο της ρωγμής... εκεί που το κυκλάμινο ανθεί.




 Ό τ α ν. . .

Να το ακούσουν τ’ αστέρια,
όταν θα τραγουδώ
και θα εναποθέτω
τους στίχους στην παλάμη σου...
θα είναι γιορτή!!!



Συνομήλικο

Δεν σε είδα απόψε «συνομήλικο...»
ολόγιομο φεγγάρι μου,
μου έπαιζες κρυφτούλι
πίσω απ' τα δικά μας
παιχνιδιάρικα σύννεφα,
και δεν λυπήθηκα γι' αυτό,
δεν είχες λόγια να μου πεις,
συνωμότησες... θέλω να σε θυμάμαι
όπως τότε.. τα δάκρυά σου μου λούσανε
το πρόσωπο, δεν το ξεχνώ, όμως ήρθε
ο καιρός και πήρες ανερώτητα...το άλλο μου μισό.
Απαλλαγμένο από ιούς. www.avast.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου