Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Άγνωστες πληροφορίες από ένα νόμισμα για το οποίο αδιαφορεί το υπ. Πολιτισμού

Άγνωστες πληροφορίες από ένα νόμισμα για το οποίο αδιαφορεί το υπ. Πολιτισμού. Στον αρχαίο Οπούντα Λοκρίδος καλλιεργούσαν. καλαμπόκι και γνώριζαν τα μαργαριτάρια!

Inbox
x

Έλπη Κυρίμη

Dec 11
to

 
----- Original Message -----
Sent: Friday, December 11, 2015 10:57 AM
Subject: Άγνωστες πληροφορίες από ένα νόμισμα για το οποίο αδιαφορεί το υπ. Πολιτισμού. Στον αρχαίο Οπούντα Λοκρίδος καλλιεργούσαν. καλαμπόκι και γνώριζαν τα μαργαριτάρια!

 
Άγνωστες πληροφορίες από ένα νόμισμα για το οποίο αδιαφορεί το υπ. Πολιτισμού…
 
Στον αρχαίο Οπούντα Λοκρίδος καλλιεργούσαν… καλαμπόκι και γνώριζαν τα μαργαριτάρια!
 
 

 

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Οι αρχαίοι Ιρλανδοί ήταν Πόντιοι! – Γι' αυτό είμαστε κολλητοί με τον Κέλτη Κριστιάν

Οι αρχαίοι Ιρλανδοί ήταν Πόντιοι! – Γι' αυτό είμαστε κολλητοί με τον Κέλτη Κριστιάν
Έρευνα για τις ρίζες των Κελτών Ιρλανδών (φωτο-βίντεο)
Μέχρι πρόσφατα ήταν μια υποψία που βασιζόταν σε ενδείξεις. Τώρα όμως έρχεται η γενετική να αποδείξει ότι οι αρχαίοι Ιρλανδοί κατάγονταν από τον Ποντικό Καύκασο και τη Μέση Ανατολή! Μάλιστα, πριν φτάσουν στην Ιρλανδία πέρασαν από την Ελλάδα και από άλλες περιοχές της Νότιας Ευρώπης.
Η καταγωγή των Ιρλανδών –διαφορετική από των Αγγλοσαξόνων– εδώ και πολλά χρόνια είναι ένα επίμαχο και πολύπλοκο ζήτημα που προβληματίζει τους επιστήμονες.

Ο Μύθος του Σπηλαίου του Πλάτωνα και οι ομοιότητές του με το Matrix (


Ο Μύθος του Σπηλαίου του Πλάτωνα και οι ομοιότητές του με το Matrix  (


)

 

Η Πολιτεία περιλαμβάνει την Αλληγορία του σπηλαίου, με την οποία οΠλάτων εξηγεί τη Θεωρία των Ιδεών του. Η σημερινή κατάσταση του ανθρώπου, λόγω απαιδευσίας, μπορεί να αναπαρασταθεί άψογα από τον περίφημο μύθο του σπηλαίου που διηγείται ο Πλάτωνας, στην αρχή του έβδομου βιβλίου της Πολιτείας του.

 

Ο άνθρωπος ζει σε μια ψευδαίσθηση

 

Σύμφωνα με τον αλληγορικό μύθο οι άνθρωποι ζούμε σαν φυλακισμένοι μέσα στις παραισθήσεις και τις αυταπάτες μας και δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την αλήθεια γιατί μας εμποδίζουν τα δεσμά των αισθήσεων αλλά και τα δεσμά των εξουσιαστών, που χειραγωγούν τις αισθήσεις μαςώστε να αντιλαμβανόμαστε μόνο την πραγματικότητα όπως την καθορίζουν εκείνοι.

 

Κάποια στιγμή μερικοί δεσμώτες απαλλάσσονται επιτέλους από την επιρροή των δογμάτων, χάρη στην παιδεία και τον ορθό λόγο και επιτέλους με καθαρή σκέψη μπορούν να γνωρίσουν την αλήθεια βασιζόμενοι σε αποδείξεις.

 

Ο μύθος του σπηλαίου

 

απατηλές παραστάσεις

 

Ο μύθος αυτός διηγείται πως σε ένα σπήλαιο, κάτω από τη γη, βρίσκονται μερικοί άνθρωποι αλυσοδεμένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να δουν μόνο τον απέναντί τους τοίχο. Δεν μπορούν να κοιτάξουν ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Πίσω τους ωστόσο είναι αναμμένη μια φωτιά. Έτσι οτιδήποτε εκδηλώνεται πίσω από την πλάτη τους αναπαριστάνεται ως σκιά στον απέναντι τους τοίχο. Επειδή οι άνθρωποι αυτοί σε ολόκληρη τη ζωή τους τα μόνα πράγματα που έχουν δει είναι οι σκιές των πραγμάτων, έχουν την εντύπωση ότι οι σκιές που βλέπουν πάνω στον τοίχο είναι τα ίδια τα πράγματα. Εάν όμως κάποιος από τους αλυσοδεμένους ανθρώπους του σπηλαίου κατορθώσει να ελευθερωθεί, να βγει από τη σπηλιά και να ανέβει πάνω στη γη και, κάτω από το φως του ήλιου πλέον, δει τα πράγματα, θα καταλάβει την πλάνη στην οποία ζούσε όσο ήταν μέσα στη σπηλιά. Θα αντιληφθεί τότε ότι οι σύντροφοι του, που εξακολουθούν να βρίσκονται αλυσοδεμένοι στο σπήλαιο, ακόμη ζουν βυθισμένοι μέσα στις ψευδαισθήσεις.

 

Η ερμηνεία του μύθου από τον μεγάλο μας φιλόσοφο

 

Πλάτων

 

Κατά τον Πλάτωνα, ο απελεύθερος δεσμώτης είναι ο φιλόσοφος, ο οποίος βλέπει τα ίδια τα όντα, τις ιδέες, και όχι τα είδωλά τους. Οι αλυσοδεμένοι σύντροφοι του είναι οι κοινοί άνθρωποι που, έχοντας εθισθεί στις απατηλές παραστάσεις των αισθητών πραγμάτων, ζουν, χωρίς να το ξέρουν, μέσα στο ψέμα. Πάντοτε βέβαια, για τον Πλάτωνα, υπάρχει η δυνατότητα απεμπλοκής των αλυσοδεμένων ανθρώπων από τις πλάνες τους. Για να το πετύχουν αυτό, χρειάζεται να αποδεσμευτούν από τις αλυσίδες τους. Αυτές συμβολίζουν τις αισθήσεις τους, που τους υποχρεώνουν να παρατηρούν μόνο τα απατηλά είδωλα των ιδεών, των αληθινών όντων. Αντί για τις αισθήσεις τους όμως θα πρέπει να εμπιστευτούν το νου τους.

 

Ο ρόλος του Μύθου και η θέση του Φιλόσοφου στην Πολιτεία του Πλάτωνα

 

Ο φιλόσοφος - ηγέτης

 

Η αλληγορία του σπηλαίου είναι μια προσπάθεια τεκμηρίωσης της θέσης του φιλόσοφου ως βασιλιά στην Ιδεώδη Πολιτεία. Οι φυλακισμένοι αρχίζουν να αποδίδουν τα μη πραγματικά σχήματα των σκιών με όρους και έννοιες, ενώ πιστεύουν ότι οι σκιές αυτές είναι η πραγματικότητα.

 

Το ότι οι φυλακισμένοι, ωστόσο, μπορούν να δουν μόνο τις σκιές αυτές, δε σημαίνει ότι ο υπαρκτός κόσμος περιορίζεται μόνο μες στο σπήλαιο. Αν κάποιοι καταφέρουν να λυθούν από τις αλυσίδες και βγουν από το σπήλαιο, θα τυφλωθούν από τη λάμψη του Ήλιου και θα επιστρέψουν πίσω. Αν, ωστόσο, συνηθίσουν το φως, θα δουν καθαρά τον Ήλιο, που συμβολίζει το Αγαθό, και θα καταλάβουν ότι όσα έβλεπαν μες στο σπήλαιο ήταν απλά αντίγραφα των αληθινών. Ίσως σκεφτούν να επιστρέψουν πίσω, λυπούμενοι τους φυλακισμένους συντρόφους τους. Πίσω, όμως, στο σπήλαιο, δε θα μπορούν να συνηθίσουν στο σκοτάδι, και, προσπαθώντας να διδάξουν στους υπόλοιπους την αλήθεια, ίσως δεχτούν το μίσος και την αντίδρασή τους.

 

Σωκράτης : « -Και αν κανείς ήθελεν να επιχειρήσει να τους λύσει από τα δεσμά τους και να τους ανεβάσει, δεν θα ήσαν ικανοί να τον σκοτώσουν αν ημπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια τους; Αφου θα θεωρούσαν ότι θέλει να τους κάνει κακό και να τους τυφλώσει ενώ αυτός θέλει να τους δείξει το μόνο αληθινό Φώς.» Γλαύκων : «-Το δίχως άλλο!». Έχουμε πολλά θλιβερά ιστορικά παραδείγματα εν προκειμένω. Ο ίδιος ο Σωκράτης είχε τραγικό τέλος, επειδή εισήγαγε καινά δαιμόνια...

 

Ωστόσο, όσοι ελευθερώθηκαν, οι φιλόσοφοι, έχουν χρέος να επιστρέψουν πίσω και να διδάξουν και τους υπόλοιπους.

 

Συχνά, ο Ήλιος, που συμβολίζει το Αγαθό, ωθεί στην ερμηνεία του Μύθου του Σπηλαίου από θρησκευτικής απόψεως: χωρίς Θεό, οι άνθρωποι ζουν μες το σκοτάδι.

 

Ο κόσμος μέσα στο σπήλαιο, για ολόκληρο το έργο της Πολιτείας, εκφράζει την εμμονή στα αισθητά πράγματα, όσων μπορούν οι άνθρωποι να αντιληφθούν με τις αισθήσεις τους, ενώ η άνοδος στον πραγματικό κόσμο και η όραση των αληθινών Ιδεώνυπό το φως του Ήλιου οδηγούν στην κατα τον Πλάτωνα απόλυτη αλήθεια :

 

Την εναρμόνιση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού.

 

Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και, ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τούς στερούν κάθε δυνατότητα κίνησης, αυτενέργειας και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου.

Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όρασης αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη.

 

Η ανάβαση στον κόσμο του φωτός συνιστά μια πορεία, η οποία ξεκινώντας από μια αρνητική γνώση, από τη γνώση "του τι δεν είναι", απολήγει στην αυτογνωσία και την κοσμογνωσία. Ο κόσμος του σπηλαίου απεικονίζει την εμμονή της ψυχής στο αισθητόν, την υπερεκτίμησή του, την παντελή κυριαρχία των αισθήσεων και του επιθυμητικού τμήματός της επί του λογιστικού. Η προσκόλληση στο γίγνεσθαι επιφέρει ψυχική σύγχυση, νόσον, ενώ η θέασις των όντων εσωτερική ισορροπία , την εναρμόνιση των τριών τμημάτων της ψυχής και την ενδυνάμωση του λογιστικού μέρους της. Για τον Πλάτωνα, το αίτημα της αυτογνωσίας είναι πρωταρχικό. Ακόμη κι αν δε βρεθεί ποτέ ο φιλόσοφος -ηγέτης που θα διοικήσει την ιδανική πολιτεία, κάθε άνθρωπος χωριστά θα πρέπει να επιδιώξει τουλάχιστον να ρυθμίσει το πολίτευμα της ψυχής του.

Περισσότερα ... (

ΤΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ - «ΓΝΩΘΙ Σ’ ΑΥΤΟΝ» )


ΤΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ - «ΓΝΩΘΙ Σ’ ΑΥΤΟΝ»  ( http://www.schizas.com/site3/index.php?option=com_content&view=article&id=57423:2015-12-27-08-18-53&catid=50:mathaino-tin-ellada&Itemid=336 )

 

Οι Δελφοί, το κέντρο και ο ομφαλός, υπήρξαν η εστία διαμόρφωσης της θρησκευτικής ψυχής του αρχαίου κόσμου, σκορπίζοντας τις ευεργετικές ακτίνες του Φοίβου σε όλους τους θνητούς, ενώ στους λίγους και μυημένους, σ’ εκείνους που το ποθούσαν και μπορούσαν να τ’ αντέξουν, το «μαύρο» Φως του Απόλλωνα, του Διόνυσου το Φως.

Η κατανόηση και η γεφύρωση των δύο όψεων, του Λογικού και του Παραλόγου, ήταν ο δρόμος που ανοιγόταν γι’ αυτόν που θα τολμούσε ν’ ανοίξει τη θύρα, πάνω στην οποία δεσπόζει η επιγραφή: «ΓΝΩΘΙ Σ’ ΑΥΤΟΝ».

Αρχέτυπα: Η ρευστή διαπερατότητα της φύσης τους δεν επιτρέπει ξεκάθαρους διαχωρισμούς και ακριβείς σχηματισμούς, παρά μόνο μια προσεγγιστική περιγραφή.

Δεν είναι η μορφοποίηση που δίνει το ζωντανό νόημά τους, αλλά η συνολική τους παρουσίαση. Το ν’ αποπειραθεί κανείς να τα εντοπίσει με ακρίβεια, του στερεί τη διαύγεια του νοηματικού περιεχομένου του πυρήνα τους. Έτσι, όταν το αρχέτυπο σχηματοποιείται στην ύλη, παύει να είναι αυτό που ήταν. Διατηρείται στους αιώνες και χρειάζεται πάντα νέες ερμηνείες. Τα αρχέτυπα είναι τα αιώνια συστατικά του υπερσυνείδητου, αλλά διαρκώς μεταμορφώνονται στον κόσμο των φαινομένων.

Το πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται η ανωτέρω άποψη του C. Jung, γίνεται προφανές μέσα από μια προσπάθεια του αναζητητή, να καταδυθεί στον λαβύρινθο της βιβλιογραφίας, της πληθωρικής, σχετικά με μια απ’ τις μορφές του παιδιού-αρχέτυπου, του Διονύσου. Δεν είναι κάτι που μπορεί ν’ αγγίξει κανείς με την τετράγωνη λογική. Κάθε τέτοια απόπειρα θα έχει την φυγόκεντρη τάση να τον εξωθήσει στην περιφέρεια, χάνοντας έτσι την ουσία.

 

ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΙΘΑΡΩΔΟΣ- ΔΕΛΦΟΙ

 Ο ίδιος ο Διόνυσος, το «αρχέτυπο είδωλο άφθαρτης ζωής», είναι από τη φύση του εχθρός της λογικής σκέψης. Κηρύττει την περιφρόνηση στο λογικό, την υπακοή στους παλμούς της καρδιάς, το παραλήρημα του εγκεφάλου. Μόνο η ψυχολογική διαίσθηση και η δημιουργική φαντασία είναι ικανές να μας φέρουν σ’ επαφή με τις ίδιες τις πηγές της ζωής και του θανάτου, με τη διονυσιακή λατρεία και τα φαινόμενα της μετάλλαξης και της αναγέννησης που τη συνοδεύουν. Είναι η καρδιά του Διόνυσου του Ζαγρέα που πρέπει ν’ αναζητήσει ο νεόφυτος και να δονηθεί στον παλμό της, αυτή θα τον αναγεννήσει κι όχι τα κομμάτια του διαμελισμένου απ’ τους Τιτάνες σώματός του, τα θαμμένα απ’ τον Απόλλωνα παρά τον τρίποδά του, εκεί, στα άδυτα του ναού του μαντείου των Δελφών.

Εδώ συναντήθηκαν οι δύο αδελφοί, οι δύο θεοί, που στην ουσία ήταν ένας, κι έδωσαν τα χέρια υπό έναν φοίνικα και ξαναενώθηκαν, ο ξανθόμαλλος Δωριεύς Απόλλων και ο εξ Ανατολής Διόνυσος των Θρακών, της Λυδίας, της Φρυγίας ή ακόμη ο ίδιος ο Όσιρις των Αιγυπτίων. Καταλύτης αυτής της αντίδρασης ο μύστης Ορφέας, ο Θράκας, που καταδύθηκε στα άδυτα των αιγυπτιακών μυστηρίων, αναζητώντας τη χαμένη Ευρυδίκη-ψυχή του που πλανιόταν στα τάρταρα. Μια τάξη ιερέων-πολεμιστών, η θρακική φρουρά, θα είναι εφεξής οι φύλακες της υψηλής διδασκαλίας. Έτσι οι Δελφοί, μέσα από το μαντείο τους και το αμφικτιονικό συνέδριο, που θα ενοποιήσει τους Έλληνες, θα γίνουν ο ομφαλός του κόσμου, ο ήλιος που θα σκορπίζει το φως του με τα Μυστήρια, τις γιορτές, τους ολυμπιακούς αγώνες.

Εδώ, Απόλλων και Διόνυσος, συγχωνεύοντας μέσα τους τις προγενέστερες χθόνιες-σεληνιακές-θηλυκές θεότητες και λατρείες και απορροφώντας τις, συγκρούονται για την κυριαρχία και κατοχή του μαγικού τρίποδα και τελικά συμφιλιώνονται, μοιραζόμενοι μεταξύ τους τα βασίλεια του κόσμου. Ο Απόλλων κρατεί το ανατολικό αέτωμα του ναού, με τις Μούσες του, ο δε Διόνυσος με τις Θυιάδες το δυτικό.

Έτσι ο Διόνυσος, ο ήλιος των μυστών, ο εσωτερικός αόρατος ήλιος, γίνεται η εσωτερική ουσία των πραγμάτων, η εσωτερική αλήθεια, ο κάτοχος και φύλακας των μυστηρίων της ζωής και του θανάτου, το θείο πνεύμα σ’ εξέλιξη μέσα στο σύμπαν και βασιλεύει στο μυστηριώδες υπερπέραν. Είναι η κοσμική ψυχή, μέρος της οποίας αποτελεί η ανθρώπινη, που τείνει να ενωθεί μαζί της και να επιστρέψει σ’ αυτήν μετά την ένωση του ανθρώπου με τον εαυτό του. Ο Απόλλων είναι η εκδήλωσή του στον γήινο άνθρωπο, αυτός που βασιλεύει στους ζωντανούς, η εφαρμογή της αλήθειας και της τάξης σ’ αυτούς, η επιστήμη δια της θεότητας, η ομορφιά δια της τέχνης, η αρμονία ψυχής και σώματος διαμέσου του εξαγνισμού.

Ο Απόλλων χάνει την ιδιότητά του ως κυνηγού μετά τον φόνο του Πύθωνα και τον οκταετή εξαγνισμό που τον ακολούθησε, καθαρίζεται, ημερώνει, γίνεται ο εκπολιτιστής, αφήνοντας έτσι χώρο στον Διόνυσο τον Ζαγρέα (=κυνηγός ζωντανών) να έρθει και να γεμίσει τη σκοτεινή και άγρια αυτή όψη του.

Ο Μουσαγέτης, με τον ερχομό του χειμώνα (φυσικού, ηθικού, πνευματικού) στη φύση, είτε στον άνθρωπο, είτε σε κάποια μορφή πολιτισμού, κουρασμένος, μη μπορώντας να δώσει σφρίγος από μόνος του, εγκαταλείπει το ιερό του και επιστρέφει στη χώρα των Υπερβορείων απ’ όπου κατάγεται, εκεί όπου ο ήλιος δεν δύει και εκεί παραμένει και αναπαύεται.

Είναι ο καιρός του Διόνυσου να ξυπνήσει. Το μαντείο παύει να χρησμοδοτεί για τρεις μήνες και παραμένει κλειστό για τους επισκέπτες, που δύσκολα ούτως ή άλλως θα μπορούσαν να έρθουν, λόγω καιρικών συνθηκών. Όπως ο Παυσανίας γράφει: «Εν Δελφοίς, τον μεν άλλον ενιαυτόν παιάνι χρώνται περί τας θυσίας, αρχομένου δε χειμώνος, επεγείραντες του διθυράμβου, τον δε παιάνα καταπαύσαντες, τρεις μήνας αντ’εκείνου τούτον κατακαλούνται τον θεόν».

Ο παιάνας του Φοίβου αντικαθίσταται απ’ τον διθύραμβο τού δύο φορές γεννημένου Διόνυσου, απ’ την Περσεφόνη, τη Σεμέλη και τον μηρό του Δία εν τέλει. Είναι ο δελφικός μήνας Δαδοφόριος (Νοέμβριος-Δεκέμβριος). Οι Θυιάδες (βάκχες ή μαινάδες) θ’ ανέβουν στον Παρνασσό να ξυπνήσουν τον Διόνυσο-Λικνίτη, αυτόν που κοιμάται μέσα στο λίκνο, το ίδιο αυτό σκεύος που βλέπουμε σε παραστάσεις γεμισμένο με φρούτα και στη μέση τον φαλλό, σύμβολο του Διονύσου, σύμβολο γονιμότητας. Την ίδια ώρα το ίδιο θα κάνουν μέσα στο άδυτο του ναού και εκεί όπου πιστεύεται ότι βρίσκονται θαμμένα τα κομμάτια του Διόνυσου, οι πέντε όσιοι ιερείς του μαντείου, τελώντας μυστική θυσία.

Περισσότερα ... (

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΟΥ ΠΑΡ΄ΕΛΛΗΣΙΝ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΕΩΣ (


ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΟΥ ΠΑΡ΄ΕΛΛΗΣΙΝ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΕΩΣ  (


)

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΟΝ ΜΑΣ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΝ. ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΚΑΙ ΠΛΗΡΕΙΣ ΔΙΟΣΔΟΤΟΥ ΑΙΓΛΑΣ.

 

Η ΕΝΑΡΞΙΣ ΤΟΠΟΘΕΤΕΙΤΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑΣ ΤΡΕΙΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΗΣ ΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ.

ΗΤΟΙ ΕΑΝ ΕΧΩΜΕΝ ΤΗΝ Χ.ΤΡΟΠΗΝ ΕΙΣ ΤΑΣ 21 ΟΘΕΝ ΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΝ ΕΚΚΙΝΕΙ ΕΙΣ ΤΑΣ 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, ΔΙΟΤΙ ΠΑΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ: 21-22-23.

 

Η ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΤΡΟΠΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΟΡΥΦΩΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 21.12.2014 ΚΑΙ ΩΡΑ 01Ω04', ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ ΤΩΝ ΗΛΙΑΚΩΝ ΗΡΩΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΚΑΤΑΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΑΙ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ, ΟΤΑΝ ΑΥΤΑ ΧΡΗΖΟΥΝ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ, ΟΠΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΗΛΙΑΚΟΥΣ ΗΡΩΑΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΡΥΤΑΙ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ, ΟΤΑΝ ΑΥΤΑ ΕΧΟΥΝ ΠΑΥΣΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ. ΕΠΕΙΔΗ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΟΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ Η ΝΥΞ ΣΥΜΒΟΛΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΔΙΕΡΕΥΝΗΤΟΝ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΕΓΓΙΣΤΟΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΟΛΑΙ ΑΥΤΑΙ ΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΟ ΑΝΥΨΩΝΟΥΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΩΤΕΡΑΝ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΧΡΑΝΤΟΝ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΟΥ ΓΗ ΠΕΡΙΞ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΔΙ' ΑΥΤΟ ΟΙ ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΥΧΟΝΤΑΙ ΟΠΩΣ ΤΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΕΥΟΔΩΘΟΥΝ ΔΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΝ ΤΟΥ ΧΕΙΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ.

 

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕ ΚΑΤ' ΑΥΤΑΣ ΤΟ ΚΑΤ' ΕΞΟΧΗΝ ΙΕΡΟΝ "ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΟΝ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΝ", ΜΕ ΑΝΑΦΟΡΑΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΕΚΑΣΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ !

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ.

 

Περισσότερα ... (

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Η δράση του ιερού Πυρός κατά τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες (


Η δράση του ιερού Πυρός κατά τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες  (


)

 

Την μεγάλη σημασία του Πυρός μας δείχνουν αφενός μεν ο Συμβολισμός της Θεάς Εστίας και αφετέρου το αρχαίο λόγιο η φύση ολόκληρη αναγεννάται δια του Πυρός. Το λόγιο αυτό δείχνει την μεταμορφωτική δράση του Πυρός στον υλικό, στον μορφικό, στον ψυχικό και στον πνευματικό κόσμο. Εξ αυτού συνάγεται ότι το στοιχείο του Πυρός αποτελεί τον παράγοντα εκείνον ο οποίος μετέχει σ’ όλες τις μεταμορφώσεις της Φύσεως οι οποίες είναι εμφανέστερες κατά τις τέσσαρες εποχές του έτους.

Ιδιαιτέρως κατά τα ηλιοστάσια (θερινό και χειμερινό ηλιοστάσιο) που η ένταση

(θερινό) και η χαλάρωση (χειμερινό) αντιστοίχως της ενεργείας του στοιχείου του Πυρός του Ηλίου δημιουργεί όλα τα γνωστά θαυμαστά φαινόμενα, όχι μόνον επί της υλικής φύσεως αλλά και επί της συνειδητής και πνευματικής φύσεως.

Γνώρισμα της εντέλειας ενός σώματος είναι η εκδήλωση των Νόμων της Θερμότητας και του Φωτός. Γνωρίζουμε επίσης ότι και τους δύο αυτούς νόμους (Θερμότητας και Φωτός) τους έχει εκδηλώσει σε υπέρτατο βαθμό στο ηλιακό μας σύστημα ο Ήλιος. Συνεπώς, εξ αυτού του γεγονότος, κατανοούμε ευχερέστερα ότι όταν η Γη δέχεται εντονότερα την επίδρασή του Πυρός του Ηλίου κατά την θερινή τροπή τότε το υπάρχον στην Γη Πυρ παρουσιάζει μεγαλύτερη ενεργητικότητα ενώ, όταν δέχεται ασθενέστερα την επίδραση του Πυρός του Ηλίου κατά την χειμερινή τροπή, συμβαίνει το αντίθετο.

Εκτός από τα προαναφερθέντα ηλιοστάσια (Θερινό και Χειμερινό) έχουμε και τις δυο ενδιάμεσες θέσεις, τις δύο ισημερίες (Εαρινή και Φθινοπωρινή), με αποτέλεσμα να εμφανίζονται στην Γη οι τέσσαρες εποχές του έτους. Έτσι, όταν οι δυνάμεις της ενεργητικότητας της Γης είναι μειωμένες, κυοφορεί τα εντός αυτής σπέρματα και αναμένει την νέα εντονότερη ζωογόνο επίδραση του Ηλίου ώστε να εκκολάψει τα σπέρματα. Συνεπώς οι μεταμορφώσεις και η εξέλιξη των ουσιών της Φύσεως πάνω στην Γη είναι αποτέλεσμα της επιδράσεως του πυρός Ηλίου γιατί ο Ήλιος είναι Εκείνος που δίνει τον ρυθμό στο πλανητικό μας σύστημα και την ζωή υπό την ευρεία της έννοια. Τα διάφορα φαινόμενα που λαμβάνουν χώραν πάνω στην Γη μαρτυρούν την ζωογόνο επίδραση του Πυρός Ηλίου στην Γη γιατί ο Ήλιος είναι Εκείνος που συνθέτει σήμερα για να αποσυνθέσει αύριο και να ανασυνθέσει αργότερα. Με την βοήθεια του ηλιακού πυρός μετατρέπεται το απλό σπέρμα σε δρυ και με τις διαφορετικής εντάσεως ακτίνες του προκαλούνται οι διαφορετικές λειτουργίες στον κάθε οργανισμό. Επίσης ο Ήλιος επιδρά και επί των συνειδητών νοητικών υπάρξεων, με αποτέλεσμα την αναγέννηση και αναμόρφωση του πνεύματος αυτών, με την αναγέννηση και αναμόρφωση των συναισθημάτων, των ιδεών και της ενέργειας της κάθε ατομικότητας η οποία ενέργεια είναι το πλαστικό μέρος του οργανισμού της. Συνεπώς ο Ήλιος με τις ακτινοβολίες του αφυπνίζει τα σπέρματα των Ιδεών και επιβοηθεί τα όντα να ανέλθουν σε ανέλιξη. Για να είναι όμως αμεσότερα τα αποτελέσματα αυτών των επιδράσεων στον άνθρωπο, πρέπει να φροντίσει να εκμηδενίσει κάθε αντίδραση των στοιχείων της κατώτερής του φύσεως.

Τόσο ο Ήλιος όσο και τα άλλα πλανητικά σώματα ασκούν επί της Γης επίδραση δια της ενεργείας του Πυρός τους. Η επίδραση αυτή μεταδίδεται και στα νοητικά και πνευματικά όντα της Γης και επιδρά στους προσωπικούς λόγους κατά τρόπο ώστε να αναγεννά και μεταμορφώνει το πνεύμα δια της αναγεννήσεως και αναμορφώσεως των συναισθημάτων, των ιδεών και της ενεργείας του κατά μέρος πυρός του ατομικού λόγου ο οποίος είναι το πλαστικό στοιχείο του οργανισμού. Αυτά αποτελούν την μυστική κλείδα με την οποία μόνον ένα ακηλίδωτο χέρι μπορεί να χρησιμοποιήσει ώστε να ανοίξει την θύρα εκείνη που θα τον οδηγήσει στο πεδίο υπεργήινης σοφίας και ταυτόχρονα είναι η κλίμακα εκείνη που θα τον αναβιβάσει στα ουράνια δώματα.

Περισσότερα ... (

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

Μαντική και Αρχαία Μαντεία


Μαντική και Αρχαία Μαντεία


)

 

Το αίσθημα της προγνώσεως είναι ένα από τα πιο θαυμαστά ψυχικά φαινόμενα. Και εν πολλοίς ανεξήγητο. Ο άνθρωπος μάλιστα δεν έχει το μονοπώλιο. Ικανότητες προγνώσεως παρατηρούνται και στο ζωικό βασίλειο, οφείλεται δε στο ένστικτο και το ευαίσθητο νευρικό σύστημα των ζώων.

Η μαντική ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα και γενικότερα στον κόσμο της αρχαιότητας. Ο Σωκράτης πίστευε πως η μαντική μπορεί να γίνει κτήμα κάθε ανθρώπου μέσω της αυτογνωσίας. Για τους Στωικούς κάθε συμβάν συνδέεται με το σύνολο των γεγονότων, παρελθόντων, παρόντων και μελλόντων. Κατά τον Δημόκριτο οι ψυχές των προφητών και των τρελλών έχουν διαφορετική σύνθεση από τις ψυχές των υπόλοιπων ανθρώπων.

Προκειμένου να επιτευχθεί η πρόγνωση είναι απαραίτητο η ψυχή να ελευθερωθεί από τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου. Γι’ αυτό και οι μαντικές ικανότητες αυξάνονται στο μέγιστο σε κατάσταση ύπνωσης ή έκστασης. Η επιστήμη προς το παρόν δεν μοιάζει ικανή να δώσει απαντήσεις στο φαινόμενο των μαντικών ικανοτήτων, διότι πρόκειται για μηχανισμό για τον οποίο δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις, ενώ και η απαξίωση του φαινομένου καθιστά αδύνατη την συλλογή γνώσεων γύρω από αυτό.

 

Η ετυμολογία της μαντικής και της μαντείας ανάγεται στο ρήμα μαίνεσθαι. Δηλαδή τα σχετικά φαινόμενα θεωρούνταν καταστάσεις ιερής μανίας, δηλαδή έκστασης, κάτι που σημαίνει την, έως ένα βαθμό, απώλεια του εγώ όσο διαρκούσε η κατάσταση αυτή. Στον αρχαίο κόσμο η μαντική συνδεόταν με κάποια θεότητα, που πρόσφερε την πληροφορία που λάμβανε ο μάντης, ο οποίος ήταν το διάμεσο μέσω του οποίου η θεότητα πληροφορούσε για το μέλλον. Υπήρχαν τεχνητοί τρόποι για να μεταβεί το πρόσωπο σε κατάσταση «διαμεσότητας». Ας θυμηθούμε τα φύλλα δάφνης της Πυθίας ως ένα μικρό παράδειγμα.

Κατά τον Πλούταρχο η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι αποτέλεσμα συντονισμού της ψυχής του μάντη με τον κόσμο του υπερπέραν, ο οποίος φωτίζεται από τον Απόλλωνα – θεό του φωτός και του Ήλιου – οι ακτίνες του οποίου ξεδιαλύνουν το σκότος και τίποτα δεν είναι κρυφό από αυτόν. Η Κασσάνδρα, οι Σίβυλλες και οι Πυθίες θεωρούνταν « ‘εξ ‘Απόλλωνος μαινόμεναι ».

Στο ασυνείδητο του ανθρώπινου όντος βρίσκονται όλες οι πληροφορίες για τα αίτια των γεγονότων του μέλλοντος του. Κατά τον ίδιο τρόπο στο συλλογικό ασυνείδητο βρίσκονται οι πληροφορίες για τα αίτια ευρύτερων γεγονότων που θα συμβούν στο μέλλον. Πρόκειται για μία εξίσωση. Όποιος έχει τις απαραίτητες συντεταγμένες μπορεί να τη λύσει. Δηλαδή να προβλέψει το μέλλον. Το ανθρώπινο ασυνείδητο ή το υποσυνείδητο μπορεί να εκτελέσει τις απαραίτητες πράξεις για τη λύση της εξίσωσης αυτόματα.

 

Για να έλθει σε επαφή με το υποσυνείδητο ο μάντης θα πρέπει να προκαλέσει μία κατάσταση μείωσης των αισθήσεων. Αυτό μπορεί να το προκαλέσει κάποιος τρίτος, όπως ένας υπνωτιστής, αλλά μπορεί ακόμα να το προκαλέσει και ο ίδιος ο μάντης στον εαυτό του. Είναι δυνατό μάλιστα, να πραγματοποιηθεί με φυσικό τρόπο, όπως κατά τη διάρκεια του ύπνου στα όνειρα ή σε ασφυκτικές και πιεστικές καταστάσεις. Επίσης υπάρχουν φυτά και βότανα που περιέχουν ουσίες φιλικές προς τη μαντική αφού προξενούν τη μείωση των αισθήσεων που απαιτείται για την επίτευξη της κατάστασης διαμεσότητας ή επαφής με τον κόσμο του ασυνειδήτου, ατομικού ή συλλογικού. Η Πυθία χρησιμοποιούσε ένα πόσιμο υγρό που ονομάστηκε Πύθιο, το οποίο ίσως περιείχε ουσία που εξαγόταν από τα φύλλα δάφνης.

Το ενεργειακό δυναμικό των γυναικών θεωρείται περισσότερο συμβατό με τις μαντικές ικανότητες. Γι’ αυτό τον λόγο στην αρχαιότητα υπήρχαν Πυθίες και Σίβυλλες, ενώ οι άντρες μάντεις ήταν κυρίως μεμονωμένες περιπτώσεις, αν και υπήρχαν εξαιρέσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι μάντεις και μάντισσες, έπρεπε να υποστούν ειδική προετοιμασία εξαγνισμού ώστε να περιέλθουν σε κατάσταση κατά την οποία να μπορούν να μεταδώσουν την θεία θέληση.

Η μαντική πιθανότατα είναι εγγενής ικανότητα της ψυχής, κάτι που διαφαίνεται από προβλέψεις του κοντινού μέλλοντος στις οποίες επιδίδεται ο καθένας και οι οποίες έχουν την μορφή προαισθημάτων για γεγονότα που πρόκειται να συμβούν, όχι απαραίτητα κάποιας σημασίας. Συνήθως μάλιστα, πρόκειται για ασήμαντα γεγονότα, που προσπερνάμε, χωρίς καμία προσοχή στην πρόβλεψη που επιτεύχθηκε.

 

Η μαντεία αποτελεί έναν οραματισμό, που επιτυγχάνεται με την ενδοσκόπηση του νοητού κόσμου, στον οποίο υπάρχουν σαν σπέρμα τα μελλοντικά γεγονότα. Κατά τον

Laplace: «Πρέπει να βλέπουμε την παρούσα κατάσταση του Σύμπαντος σαν αποτέλεσμα της προγενέστερης και αιτία αυτής που θα ακολουθήσει στο μέλλον. Μια διάνοια που σ’

ορισμένη στιγμή θα μπορούσε να γνωρίζει όλες τις δυνάμεις που κινούν την πλάση και τις θέσεις των όντων, θα ήταν σε θέση να γνωρίζει τόσο τις κινήσεις των πιο μεγάλων ουρανίων σωμάτων, όσο και των μικρών. Γι’ αυτή τη διάνοια τίποτε δεν θα ήταν αβέβαιο. Το μέλλον, όπως και το παρελθόν θα ήταν παρόν μπροστά της».

Αν επάγουμε τα ανωτέρω στον μικρόκοσμο, τότε η γνώση κάθε εσωτερικής διεργασίας της ψυχής και κάθε εξωτερικής πράξης, καθιστά δυνατή την πρόβλεψη με ακρίβεια της μελλοντικής συμπεριφοράς ενός συγκεκριμένου ατόμου. Το ανθρώπινο υποσυνείδητο είναι ο υπολογιστής στον οποίο θα τοποθετήσουμε τα εν λόγω δεδομένα και το αποτέλεσμα που θα προκύψει θα είναι η πρόρρηση των γεγονότων του μέλλοντος. Ο μάντης συνδέεται με την πηγή που παρέχει τις πληροφορίες αυτές, που είναι ο ίδιος ο νους του ατόμου για λογαριασμό του οποίου πραγματοποιείται η πρόβλεψη.

Περισσότερα ... (

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Ελληνική Γλώσσα: Η αρχή των πάντων!Δείτε κάτι που δεν ξέρατε για το Ελληνικό αλφάβητο

14:14
19/12/2015
27
 
3
 
0
Google +
2
 

Translate this page: EN FR DE ES RU AR
Η Ελληνική γλώσσα δεν είναι τυχαία… Χτίστηκε πάνω στα μαθηματικά, και αυτό που ελάχιστοι ακόμα ξέρουν είναι ότικάθε λέξη στην Ελληνική έχει μαθηματικό υπόβαθρο.
 
Τα γράμματα στην Ελληνική γλώσσα δεν είναι στείρα σύμβολα. Όρθια, ανάποδα με ειδικό τονισμό, αποτελούσαν το σύνολο των 1620 συμβόλων που χρησιμοποιούνταν στην Αρμονία (Μουσική στα Νέο Ελληνικά). Η πιο σημαντική τους ιδιότητα είναι ότι το κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική τιμή/αξία, κάθε γράμμα είναι ένας αριθμός, οπότε κατ επέκταση και κάθε λέξη είναι ένας αριθμός. Μια τεράστια γνώση κλειδωμένη-κωδικοποιημένη μέσα λέξεις λόγω της μαθηματικών τιμών που έχουν.
 
Ένας από τους Πρωτοπόρους επί του θέματος ήταν ο μέγιστος Πυθαγόρας. Οι αριθμοί, τα σχήματα, η αρμονία και τα άστρα έχουν κάτι κοινό, έτσι αντίστοιχα τα μαθηματικά (αριθμοί) η γεωμετρία (σχήματα) η αρμονία(μουσική) και η αστρο-νομία (αστήρ=α-χωρίς- στήριγμα + φυσικοί νόμοιπου τα διέπουν) ήταν αδελφές επιστήμες κατά τον Πυθαγόρα, που με την συγκεκριμένη σειρά που αναφέραμε ήταν η σκάλα για την εξέλιξη (=εκ -του- έλικος, DNA) του νου-ψυχής προς τον Δημιουργό. Έναν Δημιουργό που δημιούργησε βάσει αυτών των τεσσάρων επιστημών.
 
27 σύμβολα-αριθμοί με αριθμητική αξία συνθέτουν το Ελληνικό Αλφάβητο, 3 ομάδες από 9 σύμβολα-αριθμούς η κάθε ομάδα, με άθροισμα κάθε ομάδας 45, 450, 4.500. ΑΛΦΑ = 1+30+500+1= 532 =>5+3+2= 10 => 1+0= 1 ΕΝ = 5+50 = 55 => 5+5 = 10 => 1+0= 1 ΟΜΙΚΡΟΝ = 70+40+10+20+100+70+50= 360, όσες και οι μοίρες του κύκλου Για να είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τα νοήματα των εννοιών των λέξεων της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσης πρέπει πρωτίστως να γνωρίζουμε κάποια πράγματα για την ίδια την Ελληνική γλώσσα.
 
Η αρχαία Ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική η οποία δεν είναι βασισμένη στο ότι κάποιοι απλά καθίσαν και συμφώνησαν να ονομάζουν ένα αντικείμενο «χ» ή «ψ» όπως όλες οι υπόλοιπες στείρες γλώσσες του κόσμου. Η Ελληνική γλώσσα είναι ένα μαθηματικό αριστούργημα το οποίο θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε. Η αρχή των πάντων είναι το ίδιο το Ελληνικό Αλφάβητο (το οποίο φυσικά δεν το πήραμε από κάποιον άλλον όπως θα δούμε παρακάτω διότι εκ των πραγμάτων δεν γίνεται).
 
Τα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου στο σύνολο τους ήταν 33 όσοι και οι σπόνδυλοι, οι 5 τελευταίοι σπόνδυλοι (που παίζουν τον ρόλο της κεραίας) έχουν άμεση σχέση με τον εγκέφαλο και αντιστοιχούν στα 5 τελευταία άρρητα γράμματα τα οποία γνώριζαν μόνο οι ιερείς* ένα από αυτά ήταν η Σώστικα (ή Γαμμάδιον) η οποία στα λατινικά έγινε swstika και οι Ναζί το έκλεψαν και την ονομάσανε Σβάστικα.
 
Το σύμβολο αυτό είναι του ζωογόνου Ηλίου (Απόλλωνα), οι Ναζί το αντέστρεψαν για να συμβολίσουν το αντίθετο του ζωογόνου Ήλιου, δηλαδή του σκοτεινού θανάτου. Υπήρχαν ακόμα κάποια γράμματα τα οποία στην πάροδο του χρόνου καταργήθηκαν όπως το Δίγαμμα (F), Κόππα (Q), Στίγμα (S’), Σαμπί (ϡ) Ο Πυθαγόρας μας ενημερώνει για τα 3 επίπεδα της Ελληνικής γλώσσας τα οποία είναι τα εξής: 1. ομιλών 2. Σημαίνον (α. σήμα, β. σημαινόμενο) 3. Κρύπτον (α. διαστήματα β. κραδασμός γ. λεξάριθμος δ. τονάριθμος) -Το πρώτο είναι η ομιλία -Το δεύτερο είναι η σχέση του σήματος με το σημαινόμενο που θα αναλύσουμε παρακάτω -Το τρίτο είναι το διάστημα (απόσταση & χρόνος), ο κραδασμός (που αφυπνίζει τον εγκέφαλο μέσω ιδιοσυχνοτήτων από τους δημιουργηθέντες παλμούς – Παλλάδα Αθηνά) ο λεξάριθμος (σχέση γραμμάτων και λέξεων με αριθμούς) και ο τονάριθμος (σχέση γραμμάτων και λέξεων με μουσικούς τόνους) Το κάθε γράμμα αντιστοιχούσε σε έναν αριθμό, αλλά και σε έναν μουσικό τόνο άρα γράμμα=αριθμός=τόνος (μουσικός), πράγμα που φανερώνει ότι στη γλώσσα μας πίσω από τα γράμματα-λέξεις υπάρχουν αριθμοί (λεξάριθμοι) και μουσικοί φθόγγοι (τονάριθμοι). Οι 4 αδελφές επιστήμες κατά τον Πυθαγόρα ήταν:
 
1. Αριθμοί (μαθηματικά) 2. Σχήματα (Γεωμετρία) 3. Μουσική (Αρμονία) 4. Αστρονομία Οι επιστήμες αυτές είναι αλληλένδετες και βρίσκονται η μια μέσα στην άλλην όπως οι Ρωσικές μπαμπούσκες. Συνδυάστε τώρα το αλφάβητο που εσωκλείει αριθμούς και μουσικούς τόνους με τις 4 αυτές επιστήμες. Αστρονομία= αστηρ + νόμος, α-στηρ = αυτό που δεν στηρίζεται, άρα αστρονομία= οι συμπαντικοί νόμοι που διέπουν αυτό που δεν στηρίζεται κάπου, οι οποίοι έχουν να κάνουν με την μουσική (αρμονία), σχήματα (γεωμετρία) αριθμούς (μαθηματικά) και όλα αυτά με τον Αιθέρα ο οποίος περιβάλει τις ουράνιες σφαίρες.
 
Ο Πυθαγόρας άκουγε την αρμονία (μουσική) των ουρανίων Σφαιρών άρα μιλάμε μια γλώσσα η οποία έχει να κάνει με την ροή του σύμπαντος. Η Ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για Η/Υ λόγω της μαθηματικότητας και μουσικότητας όχι μόνο του Αλφαβήτου-λέξεων, αλλά και των μαθηματικών εννοιών που γεννώνται π.χ. η λέξη ΘΕΣΙΣ γίνεται: συνΘεσις, επίΘεσις, κατάΘεσις, υπόΘεσις, εκΘεσις, πρόσΘεσις, πρόΘεσις, ανάΘεσις, διάΘεσις, αντίΘεσις κτλ κτλ αν τώρα αυτές τις λέξεις τις μεταφράσουμε στα Αγγλικά είναι εντελώς άσχετες μεταξύ τους. 
 
Το ότι δεν γίνεται το Αλφάβητο να είναι αντιγραμμένο από κάπου αλλού φαίνεται από το ότι εν έτη 2300 π.Χ. (με μελέτες της Τζιροπούλου και άλλων και όχι το 800 π.Χ.) ο Όμηρος ήδη έχει στην διάθεση του 6.500.000 πρωτογενής λέξεις (πρώτο πρόσωπο ενεστώτα & ενικού αριθμού) τις οποίες αν τις πολλαπλασιάσουμε Χ72 που είναι οι κλήσεις, θα βγάλουμε ένα τεράστιο αριθμό ο οποίος δεν είναι ο τελικός, διότι μην ξεχνάμε ότι η Ελληνική γλώσσα δεν είναι στείρα, ΓΕΝΝΑ. ΑΝ συγκρίνουμε τώρα π.χ. την Αγγλική γλώσσα που έχει 80.000 λέξεις εκ των οποίων το 80% είναι Ελληνικές όπως μας ενημερώνει το Πανεπιστήμιο της Ουαλίας, και μετρήσουμε ότι αυτή η στείρα γλώσσα εξελίσσεται 1000 χρόνια, μπορούμε αβίαστα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι ο Όμηρος παραλαμβάνει μια γλώσσα η οποία έχει βάθος στον χρόνο 100.000 π.Χ? 500.000 π.Χ.? ποιος ξέρει…
 
Όμως η απόλυτη απόδειξη είναι η ίδια η μαθηματικότητα της, η οποία δεν υπάρχει σε καμία άλλη γλώσσα του πλανήτη. Μην ξεχνάμε ακόμα το ότι ο Δημιουργός χρησιμοποιεί μαθηματικά για την δημιουργία, άρα η γλώσσα μας έχει αναγκαστικά σχέση με την πηγή (root-0/1). Πριν όμως από το «Κρύπτον» υπάρχει το «Σημαίνον», δηλαδή η σύνδεση των λέξεων με τις έννοιες αυτών. Είπανε νωρίτερα ότι οι ξένες διάλεκτοι ορίστηκαν κατόπιν συμφωνίας, δηλαδή κάποιοι συμφώνησαν ότι το τάδε αντικείμενο θα το ονομάσουν «Χ», κάτι που κάνει τις γλώσσες στείρες, άρα δεν μπορούν να γεννήσουν νέες λέξεις, άρα δεν υπάρχει μαθηματικότητα, άρα δεν δύναται να περιγράψουν νέες έννοιες που υπάρχουν στην φύση, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος εφόσον δεν μπορεί να περιγράψει μέσω των νέων λέξεων καινούριες έννοιες μένει στο σκοτάδι, έτσι οι νευρώνες του εγκεφάλου δεν γεννούν νέους εν αντιθέσει με όσους χρησιμοποιούν την Ελληνική.
 
Πως θα μπορούσε π.χ. ο Άγγλος ή ο Γάλλος ή ο Χ, Υ με μια λέξη που έχει 10 έννοιες να περιγράψει με ακρίβεια άρα και σαφήνεια μια βαθύτερη έννοια; πόσο μάλλον τις πολλαπλές πλευρές αυτής; δεν μπορεί, να λοιπόν το γιατί όλα ξεκίνησαν εδώ. Το Σημαίνον λοιπόν είναι η σύνδεση του σήματος με το σημαινόμενο, δηλαδή η ίδια η λέξη είναι δημιουργημένη με τέτοιο τρόπο που περιγράφει την έννοια που εσωκλείνει μέσα της. Παράδειγμα: Η ονοματοδοσία της λέξης ΚΑΡΥΟΝ (Καρύδι) προέρχεται από μια παρατήρηση της φύσης (όπως όλες οι λέξεις), δηλαδή όταν δυο κερασφόρα ζώα (Κριοί, τράγοι κτλ) τρα.κάρ.ουν με τα κέρ.ατα τους ακούγεται το «κρακ» ή «καρ», ο ήχος αυτός έδωσε το όνομα «κέρας» (κέρατο) το κέρας έδωσε το όνομα κράτα ή κάρα (κεφάλι) και το υποκοριστικό αυτού το Κάρυον (μικρό κεφάλι).
 
το Κάρυον (καρύδι) μοιάζει καταπληκτικά με το ανθρώπινο κεφάλι και το εσωτερικό του με εγκέφαλο. Το Υ είναι η ρίζα του ρήματος ΥΩ (βρέχω) όπου υπάρχει το Υ υπάρχει κοιλότητα (ή κυρτότητα) δηλαδή θηλυκώνει κάτι, η βροχή (υγρό στοιχείο) μπαίνει (θηλυκώνεται) μέσα στην γη. Το μουσικό – αριθμητικό αλφάβητο δημιουργεί μουσικο – μαθηματικές λέξεις οι οποίες περιγράφουν αντίστοιχες έννοιες, οι οποίες προέρχονται από την παρατήρηση της φύσεως δηλαδή της Δημιουργίας άρα κατ επέκταση του ίδιου του Δημιουργού, αλλά η ερώτηση είναι πόσες χιλιετίες μπορεί να χρειάστηκαν για να δημιουργηθεί αυτό το τέλειο μαθηματικό σύμπλεγμα που τα γράμματα είναι αριθμοί και συνάμα μουσικοί τόνοι και οι λέξεις δηλαδή το σύνολο των αριθμών και των μουσικών τόνων κρύβουν μέσα τους εκτός από σύνθετες μουσικές αρμονίες, έννοιες οι οποίες δεν είναι καθόλου τυχαίες αλλά κατόπιν εκτενέστατης παρατηρήσεως της φύσης; Ευλόγως λοιπόν ο Αντισθένης μας υπενθυμίζει «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» 
 
24
 
- See more at: http://www.pronews.gr/portal/20151219/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD%CE%B4%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B5-%CE%BA%CE%AC%CF%84%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%BE%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B5-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%B1%CE%BB%CF%86%CE%AC%CE%B2%CE%B7%CF%84%CE%BF#sthash.yloq4irV.dpuf

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

Η Γενιά των Δράκων


Η Γενιά των Δράκων

«Τέρατα: Δεν τα βλέπουμε πια», έγραφε ο Γκυστάβ Φλωμπέρ μέσα στο περίφημο Λεξικό των Καθιερωμένων Ιδεών κι όμως, τα τέρατα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Η παγκόσμια μυθολογία και οι παραδόσεις των λαών είναι γεμάτες από τέρατα και δράκους, που σήμερα υπάρχουν μόνο στη φαντασία των παραμυθιών και των μυθιστορημάτων ή μήπως όχι !

«HERE BE DRAGONS»

Ο Αη Γιώργης ο δρακοκτόνος και η καταγωγή των μύθων




Πιο εύκολα πεθαίνει ο λύκος αλλά γούνα δεν αλλάζει, πιο εύκολα αλλάζει ο άνθρωπος ιδεολογία παρά συνήθειες. Αλωλστε τα meme είναι αυτά που κρατούν την δημιουργία στην θέση της. Γι’ αυτό κάθε θρησκεία που σέβεται το δόγμα της και τους πιστούς-πρόβατα της και για να τους επιβληθεί πρέπει να ενστερνίζεται παλιότερα ήθη, έθιμα, δοξασίες και μύθους.

Δεν γιορτάζει λοιπόν, ο Άη Γιώργης ο Δρακοφονιάς.

Γιορτάζει ο Μαρντούκ που σκοτώνει τη δράκαινα Τιαμάτ στους Σουμέριους.

Γιορτάζει ο Ρα που σκότωνε κάθε πρωί τον Άποφι, δράκοντα του σκότους στην Αίγυπτο.

Ο Περσέας που σκοτώνει το δράκο και σώζει την Ανδρομέδα.

Ο Ηρακλής που σκοτώνει τη Λερναία Ύδρα.

Ο Ιάσονας που σκότωσε το δράκο που φύλαγε το Δέρας.

Ο Ηρακλής, ξανά, που σκότωσε το δράκο που φυλούσε τα μήλα των Εσπερίδων.

Ο Κάδμος που σκότωσε το Δράκο που φύλαγε την Αρεία Πηγή.

Ο Δίας που φυλάκισε τον δράκοντα Τυφώνα κάτω απ την Αίτνα.

Ο Απόλλωνας που σκότωσε τον Πύθωνα στους Δελφούς.

Κι ο Νιμπελούγκεν που σκότωσε το δράκο και πήρε το θησαυρό.

Δράκοι παντού στο κόσμο, στο Μεξικό, στη Νέα Ζηλανδία, στην Δυτική Αφρική, στο Βόρνεο, στη Κίνα. Στην Ανατολή ο δράκος είναι όμορφος, φιλικός, γεμάτος θετική ενέργεια. Στη Δύση είναι χθόνια θεότητα, κατα-χθόνιος, πηγή δεινών, αρνητική ενέργεια. Όλοι οι λαοί στις Μυθολογίες τους αναγνωρίζουν όμως τη σοφία των δράκων, ξέρουν πως ο όφις και ο δράκος (όφις +πουλί) είναι αρχαιότερος απ’ αυτούς και τον τιμούν ή τον φοβούνται. Ακόμα και στη σύγχρονη λογοτεχνία του μυθικού τρόμου, ο Λόβεκραφτ τους αρχέγονους θεούς που κοιμούνται και περιμένουν να ανακαταλάβουν τη γη στην Κθούλου Μυθολογία, σαν φίδια και δράκοντες ή θαλάσσια τέρατα φιδόμορφα τους παρουσιάζει. Μην ξεχνάμε και την εβραϊκή μυθολογία με το πάνσοφο αλλά δόλιο φίδι που δίδαξε στους ανθρώπους τη γνώση που τους «κατέστρεψε». Ε, τι να κανε κι ο Χριστιανισμός; Έφτιαξε τον δικό του φιδοκτόνο ή δρακοφονιά. Χρόνια καλά ευτυχείτε κι ευδαιμονείται όποιοι γιορτάζετε.

Η λέξη «δράκος» βγαίνει απ το αρχαιοελληνικό δέρκομαι που σημαίνει βλέπω, παρατηρώ, άρα ο δράκοντας ήταν ο άγρυπνος φύλακας -φρουρός μιας περιοχής, μιας θεάς, ενός θησαυρού ή μιας Γνώσης.

Draco: Ο Αστερισμός του Δράκοντα (Stellar Draconis). Αστρονομική θέση: Right Ascension: 17 hours. Declination: 65 degrees. Ορατός ανάμεσα σε latitudes 90-15 degrees. Καλύτερα ορατός τον Ιούλιο, γύρω στις 9.30΄-10.00΄ το βράδυ. Το καλοκαίρι ο αστερισμός «αναποδογυρίζει» σε σχέση με την εικόνα του τον χειμώνα.

Τα αστέρια του Δράκοντα: THUBAN (Alpha Draconis), RASTABAN (Beta Dra), ETAMIN (Gamma Dra), NODUS (Delta Dra), TYL (Epsilon Dra), ALDHIBAH (Zeta Dra), ED ASICH (Iota Dra), GIANFAR (Lamda Dra), ARRAKIS (Mu Dra), KUMA (Nu Dra), GRUMIUM (Xi Dra), ALSAFI (Sigma Dra), DSIBAN (Psi Dra). Πριν από 4.000 χρόνια, το άστρο THUBAN (Alpha Draconis), ήταν ο Πολικός Αστέρας μας. Από τότε, η περιστροφή του άξονα της Γης άλλαξε προς τον Βόρειο Πόλο, κι έτσι σήμερα ο Πολικός Αστέρας είναι το άστρο POLARIS. Σε 10.000 χρόνια από σήμερα, ο Πολικός Αστέρας μας θα είναι ο VEGA.

Οι πρώτοι Δράκοι στη νεότερη ιστορία της Ευρώπης εντοπίζονται στην Ελβετία, και γενικά στις Άλπεις. Παρ’ όλα αυτά, οι αρχαιότερες ευρωπαϊκές αναφορές είναι στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στις Βρετανικές Νήσους, στη Γερμανία και στη Νορβηγία. Έχοντας συνείδηση των δυσκολιών προσδιορισμού, ένας χρονογράφος προσκόμισε ένα πρώτο δοκίμιο ταξινόμησης. Πρόκειται για τον πάστορα Γιοχάνες Στουμπφ (1500-1578). Μαθητής και φίλος του φημισμένου μελετητή Τσβίνκλι, αυτός ο στρατευμένος μεταρρυθμιστής συνέλεξε τα αναγκαία στοιχεία για το χρονικό του στη διάρκεια ενός μεγάλου εκπαιδευτικού ταξιδιού στην Ελβετία. Το 1548, δημοσιεύτηκε το χρονικό του στη Ζυρίχη. Με τις 762 σελίδες του, τους χάρτες και τις 4.000 ξυλογραφίες του, αυτό το ιστορικό-τοπογραφικό σύνολο θα παραμείνει έως τον 18ο αιώνα η κύρια πηγή γνώσεων για τις περιοχές της Ελβετίας.

Για τον πάστορα Στουμπφ, ο επιβλητικός χαρακτήρας του ορεινού τοπίου μαρτυρεί τη μεγαλοπρέπεια και παντοδυναμία του Κυρίου. Η ευμένεια του δημιουργού ασκείται διαμέσου κάποιων φυσικών πηγών, αντισταθμίζοντας την καταστροφικότητα άλλων φυσικών δυνάμεων. Έτσι οι χείμαρροι, που κατεβαίνουν από τις «άγριες Άλπεις» και μεγαλώνουν με το λιώσιμο του χιονιού, θα κατέστρεφαν τις εύφορες πεδιάδες, αν ο Θεός δεν είχε δημιουργήσει σταθεροποιητικούς παράγοντες, μεγάλες και βαθιές λίμνες όπου αμβλύνεται η ορμή τους.

Ο άνθρωπος συμμετέχει στο έργο ημέρευσης της φύσης

Μετά τον Έτερλιν που είχε διατυπώσει την ίδια πεποίθηση, ο Στουμπφ τοποθετεί το χρόνο των δράκων στην πρώτη φάση αποικισμού των Άλπεων. Πρώτος ο πάστορας υπογραμμίζει έντονα τον ιθαγενή χαρακτήρα κάποιων δρακόντειων τύπων. Ο Στουμπφ γράφει, παρά τα λόγια του Πλίνιου (Φυσική Ιστορία) ότι ο δράκος (track) γεννιέται στη χώρα των Μαυριτανών και στις Ινδίες:

«Μερικοί ανάμεσά τους έζησαν όντως στις αλπικές χώρες μας, όπως αναφέρεται. Γιατί, παρόλο που οι Άλπεις παγώνουν απ’ τα ακατάπαυστα χιόνια, σε πολλές θέσεις, κατά τις μεσημβρινές ώρες, οι βράχοι και τα σπήλαια επωφελούνται της ηλιοφάνειας. Εκεί ζει ο δράκος (track), πιο συχνά σε σπήλαια εκτεθειμένα στη ζέστη του ήλιου και μπορεί έτσι να ζεσταθεί. Σε κάποιες δασώδεις χαράδρες (töbel) των ηλιόλουστων ελβετικών βουνών, έχουν ζήσει επίσης φοβεροί δράκοι (lintwürm), μερικοί από τους οποίους βρέθηκαν πριν ακόμα κι από τριάντα χρόνια, σε θέσεις που είναι σήμερα όμορφα κτήματα. Ο πληθυσμός των αλπικών χωρών αυξήθηκε από τότε σημαντικά, με τέτοιο τρόπο που οι ορεινές περιοχές έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης κι εκχερσώθηκαν τόσο που σήμερα δεν βλέπουμε πια τα παράσιτα άλλων εποχών»

Ο Στουμπφ διορθώνει τον Πλίνιο. Ο δράκος δεν είναι μόνο ένα εξωτικό ζώο. Υπήρχε μέχρι πριν από κάποια πρόσφατα χρόνια στο κέντρο της Ευρώπης. Ο χρονογράφος ασχολείται με την ανάλυση κι επεξεργασία μιας υπόθεσης, για να μπορέσει να εξηγήσει πώς τέτοια τερατώδη ερπετά (συχνά σχεδόν ανθρωποειδή) κατάφεραν να επιβιώσουν στις δριμύτητες του κλίματος. Με αφετηρία τη συγγένεια ανάμεσα στους δράκους κι άλλα «παράσιτα», όπως ερπετά και σαύρες, ο Στουμπφ υποθέτει ότι ο δράκος (track) αρέσκεται κι αυτός σε ηλιόλουστες περιοχές. Συμπεραίνει λοιπόν ότι οι δράκοι μένουν κατά προτίμηση σε σπηλιές που βλέπουν στον ήλιο, κι έτσι καταφέρνουν να αντιμετωπίσουν τις παγωνιές.

Σύμφωνα πάντα με τον Στουμπφ, εκτός από το δράκο (track), τα ελβετικά βουνά θα είχαν στεγάσει κι έναν άλλο τύπο δράκου, το lintwurm, διαφορετικό του πρώτου, τόσο ως προς το όνομα, όσο και ως προς την κατοικία του. Στις γερμανικές μεσαιωνικές σημειώσεις, ο όρος lintwurm χρησιμοποιούνταν κυρίως για το φτερωτό ερπετό. Υποδεικνύεται εδώ ότι το ερπετό αγαπούσε το σκοτεινό και υγρό περιβάλλον των tobels. Ένας Αυστριακός συγγραφέας, ο Αλεξάντερ Λέρνετ-Χολένια, επέμενε για τις δυσκολίες προσδιορισμού αυτού του διαλεκτικού όρου στη Βόρεια Γερμανία.

Αυτά τα tobels είναι φαράγγια παραχωμένα και σκαμμένα από τους χείμαρρους, που σχηματίζουν μερικές φορές μικρές λεκάνες σε απότομες πλαγιές, γεμάτες με έλατα. Ο Στουμπφ ξεχωρίζει με σαφήνεια δύο είδη δράκων, τον track, πλάσμα των βουνοκορφών, εγκαταστημένο σε σπηλιές στα πλάγια του βουνού, και τον lintwurm, φιλοξενούμενο σε μυστικές χαράδρες, όπου αναβλύζει αόρατος χείμαρρος.

Ο track και ο lintwurm. Ο πρώτος ήταν ένα πλάσμα φτερωτό με μεμβρανώδη φτερά. Ο δεύτερος, τετράποδο ερπετό, αντίστοιχο με κάποιον τύπο άπτερου δράκου, που έμοιαζε με κροκόδειλο, συχνά δίποδο, σε όρθια στάση. Αυτοί οι πρώτοι σοβαροί μελετητές συμφωνούν και τοποθετούν τους δράκους στο εσωτερικό μιας φυσικής κατηγορίας, αυτή της άγριας πανίδας των Άλπεων. Έτσι, ο track και ο lintwurm τρομοκρατούν τα ζώα, όπως και οι αρκούδες, οι λύκοι και οι λύγκες, κι όλα αυτά τα ζώα αποτελούν θέμα συγγράμματος. Στο εξής, ο δράκος είναι συνηθισμένος.

Μόνο η σπανιότητά του τον κάνει να ξεχωρίζει από άλλα σαρκοβόρα. Το τερατώδες ερπετό δεν είναι πια ο αντίπαλος του Θεού, αλλά ο εχθρός των ανθρώπων. Ο Στουμπφ επαναλαμβάνει το μήνυμα του Έτερλιν και του Τσούντι. Γι’ αυτούς τους Ελβετούς χρονογράφους του 16ου αιώνα, η ιστορία του ελβετικού δράκου συνδέεται μ’ αυτή της κατάκτησης ενός εχθρικού περιβάλλοντος, της κατάκτησης μιας χώρας από τους πρώτους κατοίκους της, με την ίδια λογική που οι Αμερικανοί κατέκτησαν τη χώρα τους από τους Ινδιάνους. Ο Στουμπφ παρουσιάζει γι’ αυτό χαρακτηριστικά μερικές αναφορές: την περίπτωση των τερατωδών ερπετών-φυλάκων της φυσικής γέφυρας του Ρες, την επική περιπέτεια του Βίνκελριντ, και των επεισοδίων που τα χαρακτηρίζει ως «το τέλος των δρακόντειων πολέμων» στο Ούντερβαλντ του 1438.



Η Ελβετία, πατρίδα της Δρακολογίας, στεγάζει έναν από τους μεγάλους φίλους της. Η παροιμία σύμφωνα με την οποία «καλό αίμα δεν θα μπορούσε να ψεύδεται» ισχύει σ’ αυτή την περίπτωση, μια και πρόκειται για τον εγγονό του Ρένγουορντ, τον Λέοπολντ Σιζάτ. Ο Σιζάτ (1601-1663) ανήκει, κι αυτός επίσης, στην κοινοτική ελίτ, όντας ένας απ’ τους μεγάλους συμβούλους της πολιτείας. Δημοσιεύει το 1661 μια Περιγραφή της Φημισμένης Λίμνης της Λουκέρνης ή των Τεσσάρων-Καντονιών. Παρά τον περιοριστικό χαρακτήρα του τίτλου του, το έργο ξεπερνά τα τοπογραφικά δεδομένα, προσφέροντας πολλές αποδείξεις φυσικής ιστορίας. Στο μέρος που διαπραγματεύεται την πανίδα των Καντονιών, ο Λέοπολντ αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στους δράκους. Ξεκινά λέγοντας:
«Αναρωτιέται εύκολα κανείς γιατί μερικοί μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν υπήρξαν ποτέ δράκοι πάνω στη Γη ή στη Φύση». Ο Σιζάτ καταδικάζει τη μείωση του ρόλου των δράκων από συγγραφείς που βλέπουν σ’ αυτούς μόνο μια συμβολική διάσταση. Όμως, ο καθένας μπορεί να συμβουλευτεί τα αμέτρητα παλιά ελβετικά χρονογραφήματα, που μαρτυρούν άνετα την αφθονία των δράκων στους παλιούς καιρούς. Ευτυχώς, η εποχή μας είναι απαλλαγμένη από τέτοια επιζήμια πλάσματα, «και το οφείλει αυτό σε μια ιδιαίτερη θεία χάρη».

Ο σύμβουλος ξαναβρίσκει ίχνη των δράκων στα τέρατα που έπρεπε να νικήσουν οι απόστολοι της Ελβετίας. Γι’ αυτόν ο «βόας» (boa) του Πλίνιου και του αγίου Ιλαρίωνα ήταν σίγουρα ένας lindtwurm. Έτσι, ο άγιος Μάγκνους έπρεπε να αντιμετωπίσει έναν boa κοντά στο Κέμπτεν κι ένα δράκο στην περιοχή Ρόσχαουπτ. Πολλές προσωπικότητες κύρους, από τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς μέχρι τον Στουμπφ, βεβαιώνουν την ύπαρξη των δράκων. Έτσι και ο Λέοπολντ Σιζάτ, παρατηρεί με περηφάνια ότι η γενέτειρα πόλη του διατηρεί χειροπιαστές αποδείξεις για την πραγματικότητα τέτοιων ζώων.

Υπάρχει αρχικά το φελόνιο του Σαιντ Λέτζερ, όπου ο συγγραφέας μας ισχυρίζεται ότι είδε με τα μάτια του να απεικονίζονται εκεί πάνω δυο δράκοι του τρομερού όρους Πιλάτος. Ένας άλλος θησαυρός της πόλης είναι η Πέτρα του Δράκου (οι κάτοικοι διηγούνται ότι την πέταξε εκεί ένας δράκος, μία Δρακόπετρα). Πάνω από μισό αιώνα, οι κάτοικοι μπόρεσαν να ευεργετηθούν από τις θεραπευτικές της δυνάμεις. Καταπραΰνει αιμορραγίες και γιατρεύει ακόμα και την πανούκλα. Αυτό επιβεβαιώνεται από ένα ντοκουμέντο του 1532, όπου μπορεί να διαβάσει κανείς ότι κάποιος Άντον Χούτερ έδεσε αυτή την πέτρα στον ένα βουβώνα και η πέτρα, σε μισή ώρα, «απομύζησε το δηλητήριο και το κακό έξω από το σώμα του».

Οι δράκοι δεν ανήκουν μόνο στο μακρινό παρελθόν.

Η άνω χώρα φυλάει ακόμα ίχνη της ύπαρξής τους, όπως ο σκελετός που ανακαλύφτηκε στο όρος Στάφελβαντ, το 1602. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, ένας δράκος με κεφάλι ερπετού και μακριά ουρά, που πετούσε σπίθες, σύμφωνα με τον Κρίστοφ Σόρερ, θα έβγαινε από ένα άντρο του Πιλάτου για να πετάξει μια μικρή απόσταση και να φτάσει σε μια άλλη ανοιχτή σπηλιά στην κορυφή του βουνού Φλούε.

Κοντά στο Μπρίντεζι, στην Ιταλία, ένας τεράστιος δράκος είχε εμφανιστεί το έτος 1600, ύστερα από μια σφοδρή καταιγίδα. Με τη δηλητηριώδη ανάσα του, είχε σκοτώσει πολλούς ανθρώπους, πριν τελικά συντριβεί υπό το βάρος εκριζωμένων δέντρων (Γιόχαν Λέοπολντ Σιζάτ, Beschreibung des Berühmbter Lucerner oder Vier Waldstätten Sees, Lucerne: David Hautten, 1661, κεφ. XXV, σελ. 175).

Κατά τον Σμιτ, ο Λέοπολντ Σιζάτ επικεντρώνει το ενδιαφέρον του μόνο στα θαύματα της φύσης. Ο σύμβουλος της Λουκέρνης δεν έχει πια θέση για σατανισμούς ή ιστορίες με μάγους (θέματα που είχαν συνδεθεί με τη Δρακολογία στο παρελθόν). Τα μόνα δεδομένα που τον ενδιαφέρουν είναι αυτά που αποκαλύπτουν τη φυσική ιστορία, της οποίας τα εκτρώματα, κατά τον ίδιο τρόπο όπως και τα κοινοτικά προϊόντα, τα συλλέγει.

Πράγματι, ο Λέοπολντ Σιζάτ αφιερώνει αποσπάσματα του έργου του στη μελέτη των υποτιθέμενων «υβριδίων» όπως τον άνθρωπο-σαύρα, το ελάφι-αγελάδα, ή σε άλλες ανώμαλες υπάρξεις, όπως τα «ψάρια» με τα τέσσερα πόδια. (Ο συγγραφέας περιγράφει εκτενώς μια «βροχή με βατράχους», στην οποία παραβρέθηκε «με τη συντροφιά του αγαπητού παππού μου Ρένγουορντ Σιζάτ», ένα βράδυ του καλοκαιριού το 1610. Αυτή η ευαισθησία για ό,τι παράξενο, τον ωθεί να καταγράψει τις παραδοσιακές αφηγήσεις που τον οδηγούν, εν αγνοία του, στον προθάλαμο του μαγικού κόσμου.

Έτσι, μεταξύ άλλων, παλιοί ψαράδες τού διηγήθηκαν ότι, από καιρό σε καιρό, τεράστια ψάρια λούτσοι εμφανίστηκαν στις όχθες της λίμνης των Τεσσάρων-Καντονιών. Όμως, κάθε φορά που θέλησαν να τα πλησιάσουν, αυτά ξαναβουτούσαν στο νερό απότομα, αφήνοντας πίσω τους δύσοσμους καπνούς «εξαιτίας των οποίων πολλοί πέθαναν» Παρ’ όλα αυτά, το έργο του Σιζάτ εντάσσεται στη φυσιοκρατική λογοτεχνία, του τύπου Φυσικής Ιστορίας.

Το πολυδιαβασμένο έργο ενός φημισμένου Ιησουίτη λόγιου, θα ενισχύσει αυτή την τεχνητή φυσιοκρατική λογοτεχνία. Ο υποθετικός δράκος, υπομονετικά πλασμένος από τις λεπτομερείς αναφορές γενεών λογίων, θα βρει την ολοκλήρωσή του μέσα στο πρώτο δοκίμιο που είναι αφιερωμένο σε μια συστηματική μελέτη του υπόγειου κόσμου, το Mundus Subterraneus (1664-65) του Αθανάσιου Κίρχερ. Το έργο αποτελείται από δυο μεγάλους αριθμημένους τόμους.

Οι δράκοι μελετήθηκαν στο βιβλίο VIII, αφιερωμένο στα υπόγεια ζώα, μετά τα ψάρια των λιμνών και των σπηλαίων. Μια τέτοια ταξινόμηση αποτελεί, αυτή καθαυτή, μια εννοιολογική επιλογή. Ο Κίρχερ μπορεί να προειδοποιεί τον αναγνώστη του ότι μια «μεγάλη διαμάχη» χωρίζει τους ειδήμονες όσον αφορά την πραγματικότητα των δράκων, ο ίδιος όμως διαβεβαιώνει χωρίς περιστροφές την ύπαρξή τους, οχυρωμένος πίσω από το κύρος των εκκλησιαστικών πηγών, των εκκλησιαστικών συγγραφέων και των αυτόπτων μαρτύρων, (Αθανάσιος Κίρχερ, Mundus subterraneus, in ΧΙΙ libros digestus, Amsterdam: Γιοχάνες Γιάνσον, 1664, τομ. Ι, βιβλ. VIII, τομ. IV).

Αλλά ο Κίρχερ δεν είναι ένας απλός συλλέκτης πληροφοριών. Οι σκέψεις του για την κατοικία του δράκου καταλήγουν σε πρωτότυπες θεωρήσεις. Με τη βοήθεια ενός βιβλικού χωρίου, ο Κίρχερ δίνει την «άβυσσο» στους δράκους. Αυτός ο όρος υποδείκνυε αρχικά το βάραθρο απ’ όπου προφανώς προήλθαν τα νερά του Κατακλυσμού. Ενισχύοντας αυτή την ιδέα, ο συγγραφέας του Mundus Subterraneus υποδεικνύει την παρουσία μεγάλων υπόγειων πηγών, κρυμμένων κάτω από ορεινούς όγκους, με το όνομα hydrophylaciae, απ’ όπου γεννιούνται τα ποτάμια.

Ο κόσμος χωρίς φως, πλούσιος σε νερό, μπορεί να στεγάσει τη ζωή, και η γεωλογική ονειροπόληση του μεγάλου Ιησουίτη συγχωνεύεται με την υποθετική ζωολογία. Οι δράκοι είναι οι κάτοικοι του υποστρώματος της Γης. Μερικές φορές ξεπροβάλλουν στον ελεύθερο αέρα, «εις βάρος ανθρώπων και ζώων». Ο Κίρχερ δεν αντιλαμβάνεται τους δράκους ως μια ειδική κατηγορία ζώων. Πρόκειται, κατ’ αυτόν, περισσότερο για μια ιδιομορφία της φύσης, για προϊόντα πολύ σπάνιων πράξεων της αυτόματης γένεσης.

Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, ο τολμηρός λόγιος παραθέτει το παράδειγμα των μελισσών, γεννημένων μέσα στα εκκρίματα των βοοειδών. Αν, κατ’ αυτόν, η κυκλοφορία των υπόγειων υδάτων μοιάζει με τη λειτουργία των υδραυλικών μηχανών –των οποίων τα σχέδια ζωγραφίζει στο βιβλίο του– η γενιά των δράκων θυμίζει περισσότερο κάποιο χημικό πείραμα, όπου οι σπηλιές θα έπαιζαν το ρόλο των φυσικών εργαστηρίων.

Σύμφωνα με τον Κίρχερ, οι «συχνές παρατηρήσεις» του είχαν προφανώς επιτρέψει να συμπεράνει ότι οι δράκοι είχαν εμφανιστεί σε αλπικούς τόπους, όπου αετοί και τεράστιοι γύπες είχαν κάνει τις φωλιές τους. Μέσα στις κρυφές ορεινές φωλιές τους τα αρπαχτικά πουλιά συσσωρεύουν ένα πλήθος εξαφανισμένων θηραμάτων: ερπετών, πουλιών, λαγών, αρνιών, σκύλων, ακόμα και παιδιών. Η ζύμωση των συσσωρευμένων λειψάνων μέσα στο λάκκο των πτωμάτων θα παρήγαγε μερικές φορές παράξενες ζωικές ενώσεις.

Ένα ετερόκλητο πλάσμα θα ‘χε γεννηθεί μέσα από τη σαπίλα, ο δράκος, που θα προερχόταν από την ένωση σπερμάτων πολλαπλών υπάρξεων που είχαν αρπάξει οι γύπες. Το ερπετό θα έδινε το κεφάλι, το λαιμό και την ουρά του στο καινούριο πλάσμα. Ο δράκος θα είχε δανειστεί επίσης τα μεγάλα αυτιά του λαγού και τα φτερά των πουλιών. Βέβαια η σπερματική ένωση που κυριαρχεί σ’ αυτή τη μεταμόρφωση θα καταδίκαζε το υβρίδιο με την υπόσταση ενός δύσμορφου κι ατελούς πλάσματος.

Τα φτερά του έτσι θα ήταν καλυμμένα από ένα απλό στρώμα πάχους, ενώ η πανοπλία από λέπια θα αποτελούσε μια ασβεστοποίηση των γενετικών διαθέσεων. Γεννημένος από τη σήψη, ο ενήλικας δράκος θα πρόδιδε πάντα την καταγωγή του, εξαιτίας της μαύρης αναπνοής του, την οποία ο έξυπνος ιησουίτης ερμηνεύει σαν μια σαθρή αναθυμίαση, που μπορεί να συγκριθεί με το φωσφορισμό του νεκρού ξύλου.

Σύμφωνα με την αντίληψη του Κίρχερ, η σπηλιά δεν είναι πια μόνο καταφύγιο του δράκου. Είναι επίσης το «εκκολαπτήριό» του. Αυτό το εξαιρετικής σπανιότητας πλάσμα απεικονίζει το προϊόν ιδιαίτερων περιβαλλοντολογικών όρων: για τον Γερμανό Ιησουίτη, που είναι παθιασμένος με τα πειράματα, ο δράκος θα ήταν η κατάληξη αυτόματων χημικών διαδικασιών, στη διάρκεια των οποίων η σπηλιά θα έπαιζε το ρόλο ενός τεράστιου αποστακτήρα, απ’ όπου θα ξεχείλιζε μια σπερματική σούπα. Βουνά, σπηλιές και δράκοι αποτελούν έτσι μια αδιάσπαστη τριάδα.

Ο Κίρχερ θεωρεί ότι «κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει» την πραγματικότητα του δράκου, την οποία λεπτομερώς μνημονεύουν άνθρωποι με μεγάλο κύρος όπως ο Στουμπφ, ο Γκέσνερ κι ο Λέοπολντ Σιζάτ. Οι ελβετικές Άλπεις θα έκρυβαν πολλούς δράκους σε «τόπους απρόσιτους» όπως είναι κάποια κρυφά λημέρια στην άνω χώρα. Τρεις αναπαραστάσεις γενεών δράκων διακοσμούν την πραγματεία.

Η μια παρουσιάζει τον «τετράποδο φτερωτό δράκο», που τον σκότωσε ο ιππότης της Ρόδου, η άλλη δείχνει τον dracunculus της Βολωνίας, και η τελευταία τον draco helveticus, που ήταν δίποδος και φτερωτός. (Επισημοποιώντας την ύπαρξη ενός ιδιαίτερου τύπου του αλπικού δράκου, το πορτρέτο επιβραβεύει το έργο των χρονικογράφων και των Ελβετών λογίων). Ο draco helveticus μπαίνει στο πεδίο της ευρωπαϊκής κουλτούρας.

Ο Κίρχερ δημοσιεύει επίσης ένα γράμμα του εξομολογητή της Λουκέρνης, του Κρίστοφ Σόρερ, επικεντρώνοντας τις παρατηρήσεις του σ’ έναν από τους δράκους του τρομερού όρους Πιλάτος: «Είδα ένα μεγαλοπρεπή δράκο που άρχισε να πετά, από μια τρύπα ενός μεγάλου βράχου του όρους Πιλάτος, κουνώντας τα φτερά του πολύ γρήγορα, το σώμα του ήταν μακρύ, το ίδιο και η ουρά κι ο λαιμός του. Το κεφάλι του είχε τη φιγούρα ενός απ’ αυτά τα ερπετά με τα δόντια. Όταν πετούσε, έβγαζε από το στόμα του σπίθες παρόμοιες μ’ αυτές που πετά το πυρακτωμένο σίδερο, όταν οι σιδηρουργοί το χτυπούν πάνω στο αμόνι»

Στην αλληλογραφία τους, επίσης, ο Σόρερ του απάντησε γραπτώς ότι το 1654, την ημέρα του Σαιντ-Ζακ (25 Ιουλίου), ο κυνηγός Πολ Σούμπερλιν που βρισκόταν στο βουνό Φλούε (2.097 μέτρα) στις ελβετικές Άλπεις, είδε εκεί ένα δράκο. Το ζώο στεκόταν στην παρυφή μιας βαθιάς σπηλιάς. Ήταν δίποδο σε όρθια στάση, το κεφάλι του έμοιαζε μ’ αυτό ενός αλόγου και «όλο το σώμα του ήταν σκεπασμένο με λέπια». Μόλις ο άνθρωπος το πλησίασε, το τέρας αποτραβήχτηκε στο λημέρι του.



Αν και εξυμνεί τον draco helveticus, ο Κίρχερ καθόλου δεν παραμελεί την Ιταλία


Εκτός από το φημισμένο επεισόδιο της εποχής με τον δράκο του Αλντροβάντι, ο Ιησουίτης θέτει το θέμα μιας συνάντησης εντελώς πρόσφατης είχε συμβεί τέσσερα χρόνια πριν από τη δημοσίευση του έργου του. Το Νοέμβριο του 1660 ένας κυνηγός χώθηκε στα έλη Ποντίνς, κοντά στη Ρώμη, για να καταδιώξει ένα υδρόβιο θήραμα.

Την ώρα που ένας δράκος, μεγέθους ενός μεγάλου γύπα, πετούσε, ο άνθρωπος έριξε καταπάνω του και στη συνέχεια το πληγωμένο πλάσμα του επιτέθηκε. Ο κυνηγός πέθανε την ίδια νύχτα, ενώ το δέρμα του είχε πρασινίσει από το δηλητήριο. Ανακάλυψαν και το λείψανο του ζώου, που ήταν ήδη σε αποσύνθεση. Το κεφάλι του μεταφέρθηκε στον Κίρχερ, ο οποίος το φύλαξε στο μουσείο του. Αυτός ο δράκος των ελών ήταν δίποδος με πλατιά παλαμοειδή πόδια, όπως αυτά των χηνών.

Ένας Γάλλος ταξιδιώτης μάς επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας λαϊκής φήμης που κυριαρχούσε στους δρόμους της Ρώμης την εποχή στην οποία αναφέρεται ο Κίρχερ. Όντως, στο Ημερολόγιό του (1665), ο Μπαλταζάρ ντε Μόνκονις από τη Λιόν σημειώνει: «Στην αρχή του Οκτωβρίου του 1660, ένας κυνηγός σκότωσε στα δέκα ή δώδεκα μίλια από τη Ρώμη, την εποχή που ήμουν κι εγώ εκεί, ένα φτερωτό δράκο που είχε φτερά νυχτερίδας, που με το ένα από αυτά χτύπησε τον κυνηγό στο πόδι, και πέθανε ο ίδιος μερικές μέρες αργότερα»

Με βάση την αυξημένη επιμονή γύρω από το θέμα του δράκου, η τρίτη έκδοση του Mundus Subterraneus (1678) αφιερώνει στο δράκο περισσότερες σελίδες και δίνει μεγαλύτερη προσοχή. Μπορεί να δει κανείς εκεί τη φιγούρα του ταριχευμένου δράκου που φυλάγεται στη Ρώμη, μέσα στο μουσείο του καρδινάλιου Μπαρμπερίνι, (Mundus Subterraneus, 3η έκδοση, 1678, τόμ. ΙΙ, βιβλ. VIII, κεφ. ΙΙ, σελ. 103). Ένα ειδικό παράρτημα είναι αφιερωμένο στις περιπλανήσεις ενός ταξιδιώτη ευγενή, του Ελίας Τζορτζ Λορέτ.

Πρόκειται για ένα μικρό ταξιδιωτικό οδηγό για τις στοιχειωμένες τοποθεσίες, που ήταν προσφιλείς στην μπαρόκ ευαισθησία. Για πολλοστή φορά αναφέρεται η λίμνη του βουνού που τη φυλάνε φραγμοί κωνοφόρων δέντρων και της οποίας τα νερά, ταραγμένα από τη ρήψη διάφορων αντικειμένων, προκαλούν καταιγίδες! Βρισκόμαστε, στην προκειμένη περίπτωση, στην άκρη μιας λίμνης του Μαύρου-Δάσους, της Μούμελζε (μια λέξη που σημαίνει «Νεράιδα». Το όνομα της λίμνης του Μαύρου-Δάσους παραγόταν από τη λέξη Muhme: νεράιδα, πνεύμα των νερών. Βλ. Hünnerkopf, «Muhmelsee», στο Handwörterbuch des deutschen Aberglaubens, τόμος VI, Berlin, 1934, σελ. 620-621.

Επίσης, στο έργο Οι Περιπέτειες του Σιμπλισίσιμους –1669– του Grimmelshausen, ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Σίμπλεξ, στο πέρασμα για το Σάουερμπρουνερ, ακούει τις «παράξενες ιστορίες» που διηγούνταν αυτοί που έκαναν λουτροθεραπείες αναφορικά με «την ανεξερεύνητη» Μούμελζε: συζητούν για τις καταστροφικές ιδιότητες αυτής της υδάτινης έκτασης και για συναντήσεις με παράξενα πλάσματα, στοιχειά και ξωτικά και νεράιδες, που ζουν κάτω από την επιφάνεια. Μόλις έφτασε στη λίμνη, έψαξε μάταια με τα μάτια να βρει το βάθος αυτής της υδάτινης έκτασης με την απατηλή ηρεμία.

Κανένα ψάρι δεν μπορεί να ζήσει κάτω από την επιφάνεια. Ο κυματισμός απέβαλε αυτά που κάποιοι προσπάθησαν να εισαγάγουν εκεί, μιας και τα νερά δεν ανέχονται παρά μόνο μαύρα βατράχια και κάποια είδη σαλαμάνδρας. Ένας παραμεθόριος κάτοικος της Βάδης, συνοδεία ενός κληρικού, επιχείρησε να εξορκίσει τη Μούμελζε, ρίχνοντας εκεί καθαγιασμένα ροζάρια. «Αλλά απότομα ένα τρομερό τέρας παράξενης μορφής αναδύθηκε, τρέποντάς τους σε φυγή και ξεσηκώνοντας μια καταιγίδα, που κράτησε εφτά μέρες»

Ο ίδιος ο Λορέτ δεν φαίνεται να αμφισβητεί καθόλου την καταδίωξη του υδρόβιου δράκου, μιας και μας γνωστοποιεί ότι, αφού έριξε τρεις πέτρες στη λίμνη (θέλοντας ίσως να προκαλέσει μία καταιγίδα;), στάθηκε για να χαράξει το όνομά του και την ημερομηνία της εκδρομής του (12 Μαΐου 1666) πάνω στο φλοιό ενός γειτονικού δέντρου. Αυτός ο ταξιδιώτης ο οποίος διασχίζει τη Γερμανία μερικά χρόνια μετά το πέρας των τελευταίων μαχών που επακολούθησαν τον τριακονταετή πόλεμο, ψάχνει τις ονομαστές στοιχειωμένες τοποθεσίες, τις οποίες εξετάζει λεπτομερειακά.

Ο Λορέτ είναι ένα περίεργο πνεύμα, ένας γνώστης της δαιμονολογικής λογοτεχνίας. Μετά τη Μούμελζε, η τρομακτική φήμη του βουνού Πιλάτος τον ελκύει ακατανίκητα. Πηγαίνει εκεί την ίδια χρονιά. Του είχαν μιλήσει για τη θρυλική λίμνη, «με τον απύθμενο βυθό». Δεν βρίσκει όμως εκεί παρά ένα μεγάλο λιμνάζον έλος.

Αλλά οι βουκόλοι που τον συνοδεύουν του δείχνουν στα περίχωρα τις εγκοπές πάνω στο βράχο: «τα νύχια του διαβόλου» και του μιλούν για τους σαυράνθρωπους, για παρόμοιες ιστορίες από την Ουαλία, βλέπε το έργο του Άρθουρ Μάχεν, Η Νουβέλα της Μαύρης Σφραγίδας. Λένε ότι αυτά τα βουνά είναι καταραμένα. Ο Λορέτ, εν πάση περιπτώσει, περιγράφει τους ποιμένες του Πιλάτου ως άξεστους και απαίσιους ανθρώπους, παραδομένους στη μαγεία, οι οποίοι εύκολα παρασύρονται από δαιμόνια. Το 1667, μια ομάδα βοσκών μάγων εξαπέλυσε μια καταιγίδα καταστροφική για το Καντόνι.

Ένα χρόνο πριν, οι κάτοικοι του Βιτζνό είχαν δει ένα φλογισμένο δράκο να πετά πάνω από το χωριό τους. Αυτό ήταν προμήνυμα σεισμού και πλημμύρας. Ο Λορέτ πιστεύει τόσο στους δράκους του βουνού, όσο και στους διαβόλους και τους φοβερούς μάγους. Η θέση της δρακόντιας μάχης του Ούντερβαλντ, είναι επακριβώς προσδιορισμένη, είναι το «πεδίο του δράκου» το Drachenfeldt. Του δείχνουν επίσης οι άνθρωποι το άνδρο των δράκων, που βρίσκεται ψηλά, κι από εκεί φαίνεται η λίμνη των Τεσσάρων-Καντονιών και τα περίχωρα της χώρας. Ο Λορέτ προσθέτει ότι, αν η Αφρική έχει την παλιά φήμη ότι παράγει πάντα νέα τέρατα, και τα ελβετικά βουνά γεννούν επίσης, στα πιο μυστικά τους κρησφύγετα, «δύσμορφα πλάσματα», όπως είναι οι δράκοι και οι γίγαντες.

Στη Λουκέρνη, δεν διατηρούσαν μήπως μέσα στα τείχη της έναν κολοσσιαίο ανθρώπινο σκελετό, απόδειξη της πραγματικότητας των γιγάντων; Ο Ελίας Τζορτζ Λορέτ γίνεται από τους πρωτεργάτες που θέτουν στην κεντρική Ελβετία το καταφύγιο του τερατοειδούς ανθρώπου και ζώου.

Η τρίτη έκδοση του Mundus Subterraneus του Κίρχερ καθιερώνει την Ελβετία ως πατρίδα του δυτικού δράκου. Όμως, άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν αυτή την ηγεμονία. Για παράδειγμα η Αυστρία. Μια από τις επαρχίες της, η Καρίνθιε, ήταν ιδιαιτέρως πλούσια σε ιστορίες για δράκους. Σαν επιστέγασμα αυτών των πεποιθήσεων, το 1590, ο γλύπτης Ούλριχ Φόγκελζανγκ είχε διακοσμήσει τη μεγάλη πλατεία Κλάγκενφουρτ, στην Καρίνθιε, μ’ ένα φτερωτό δράκο, υπηρέτη της πηγής, το Lindwurmdenkmal, δηλαδή το μνημείο του δράκου.

Πολλά συνέβαιναν και στη Στυρία. Τον προηγούμενο αιώνα, ο Γκέσνερ είχε θέσει το ζήτημα των φτερωτών ερπετών στους ουρανούς αυτής της επαρχίας, στα νοτιοανατολικά της Αυστρίας. Επιπλέον, μετά το τέλος της μεσαιωνικής εποχής, η «σπηλιά των δράκων» του Μίξνιτζ είχε προσελκύσει τους περίεργους απ’ όλη την Ευρώπη. Ο Γκ. Μ. Βίσερ στην αναφορά του για τη Στυρία το 1678, κάνει λόγο για τη σπηλιά, διευκρινίζοντας ότι από αυτήν βγάζουν συνεχώς «οστά δράκων».

Ένας ασυνήθιστος προσκυνητής όπως ο Ελίας Τζορτζ Λορέτ δεν θα μπορούσε να παραλείψει την αναφορά σ’ αυτό το φημισμένο άντρο. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ένας υποδηματοποιός θα είχε ριψοκινδυνεύσει να μπει στις καμάρες της σπηλιάς, για να συλλέξει τα κόκαλα των γιγάντων. Ο άνθρωπος θυμόταν ότι ένας ολόκληρος σκελετός δράκου είχε ανακαλυφτεί στην είσοδο της σπηλιάς (Οthenio Abel, Vorzeitliche Tierreste im deutschen Mythus, Brauchtum und Volksglauben, Iéna: Fischer, 1939, εικ. 130, σελ. 176, εικ. 136, σελ. 185).

Το υλικό που αφορούσε τον δράκο τελικά έφτασε σε τέτοιο αξιόλογο όγκο, που ένας Γερμανός πανεπιστημιακός, ο Τζορτζ Κάσπαρ Κίρχμαγιερ (1635-1700) τόλμησε να συντάξει την πρώτη μονογραφία γι” αυτό το θέμα. Χημικός στο επάγγελμα, ο Κίρχμαγιερ άσκησε επίσης την ορυκτολογία κι ανέπτυξε ένα δίκτυο επιστολογραφίας με σημαντικούς Ευρωπαίους λογίους.

Το 1661, όταν το έργο Zoologia Physica του Γιόχαν Σπέρλινγκ (που παρασημοφορήθηκε μεταθάνατον), δημοσιεύτηκε, ο εκδότης πρόσθεσε στην πραγματεία δέκα ακαδημαϊκές συζητήσεις με ή υπό την εποπτεία του Κίρχμαγιερ. Υπάρχουν σ’ αυτό θέματα των υποθετικών ζώων, τέτοιων όπως ο μονόκερως, ο βασιλίσκος, ο φοίνιξ και ο δράκος. Αυτός ο τελευταίος παρουσιάζεται ως ένα «γιγάντιο ερπετό», πλάσμα ωοτόκο, που τρεφόταν με πτώματα και ευκαιριακά με ζωντανούς ανθρώπους.

(Γιόχαν Σπέρλινγκ, Zoologia Physica, εκδ. J. Kirchmayer, Wittemberg: Οι κληρονόμοι του Γ. Μπέργκερ, 1661, κεφ. ΙΙΙ, σελ. 403-405 (De dracone). Για τον Κίρχμαγιερ, βλέπε Thorndike, A History of Magic and Experimental Science, Columbia University Press, 1958, όπ.αν., τόμ. VII, σελ. 347).




Ο δράκος γινόταν πάλι ο Δράκων των Ελλήνων

Αυτή η θέση, από τη μία έως την άλλη άκρη του αιώνα, θα γινόταν θέση των μετριοπαθών πνευμάτων, που απέρριπταν την ιδέα του φτερωτού ερπετού προς όφελος ενός οφιοειδούς μεγάλου μεγέθους. Τέτοια ήταν, το 1603, η γνωμάτευση του Κάσπαρ Σβένκφελντ, όσον αφορά το δράκο της Σιλεσίας. Τέτοια θα ήταν κι αυτή του συγγραφέα του Παγκόσμιου Λεξικού, του Αντουάν Φουρετιέρ (1619-1688), του οποίου το έργο δημοσιεύτηκε μεταθανάτια, στο Άμστερνταμ το 1690. Γι’ αυτόν τον αστό του Παρισιού, που δεν ταξίδεψε ποτέ για έρευνες, ο δράκος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα «τερατώδες ερπετό, το οποίο στην πάροδο του χρόνου απέκτησε καταπληκτικό μέγεθος».

Οι θέσεις του μεγάλου Αθανάσιου Κίρχερ βρήκαν μεγάλη απήχηση στους ακούραστους συλλέκτες πληροφοριών της μπαρόκ Γερμανίας. Ένας από αυτούς τους συγγραφείς, που του άρεσαν πολύ οι παράξενες και ασυνήθιστες ιστορίες, ο μυθιστοριογράφος Έμπεραρντ Βέρνερ Χάπελ (1647-1690), χρησιμοποίησε το έργο Mundus Subterraneus στο δικό του Περίεργες Σχέσεις (1683).

Πρέπει να δεχτούμε, υποστηρίζει ο Χάπελ, ότι «πολλοί» άνθρωποι αρνούνται να πιστέψουν στην ύπαρξη των δράκων. Αλλά οι σκεπτικιστές «οφείλουν να σωπάσουν» μπροστά στη θετική γνώμη ανθρώπων κύρους όπως ο Σιζάτ, ο Κίρχερ κι ο Αλντροβάντι, και μπροστά στις πολυάριθμες αναφορές αυτόπτων μαρτύρων, που αποδεικνύουν κατά κόρον ότι:

«Υπήρχαν και υπάρχουν ακόμη δράκοι. Οι γκρεμοί των βουνών στην Ελβετία και αλλού, καθόλου δεν έχουν απαλλαγεί απ’ αυτές τις υπάρξεις, και πιστεύω ότι θυμόμαστε πολύ καλά όλα όσα μας έχουν διηγηθεί για τέτοια καταστροφικά τέρατα που εμφανίστηκαν στην Τοσκάνη και στην Πρωσία, πριν από δύο ή τρία περίπου χρόνια» ( Ε. Β. Χάπελ, Grösste Denckwürdigkeiten der Welt, oder Sogenannte relations curiosae, Hambourg: Thomas von Wiering, 1683. Αλλά βλέπε και Ε. Β. Χάπελ, «Mundus mirabilis tripartitus», uder wunderbare Welt in einer kurtzen Cosmographia fürgestellet, Ulm: Mattheus Wagner, 1689, τ. ΙΙΙ, βιβλ. Ι, κεφ. XXIV, σελ. 179-188).

Η παρουσία πλασμάτων ταυτόχρονα επικίνδυνων κι ασυνήθιστων μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο προξενεί στους ειδικούς παράξενων φαινομένων ένα γοητευτικό τρόμο. Ο Χάπελ ταξινομεί μ’ ευχαρίστηση αυτό το «θαυμαστό είδος» ανάμεσα στα «πιο αποκρουστικά τέρατα που γέννησε η φύση» ένα πλάσμα στερημένο από γεννήτορες, ενάντια σε κάθε φυσική πορεία ζωτικών διαδικασιών, που πηγάζει από την αυτόματη γέννηση.

Αυτό το υβρίδιο μένει μέσα σε «μεγάλους ορεινούς όγκους» που μπορούν να είναι οι ελβετικές Άλπεις, αλλά επίσης και οι «κορυφές των Καρπαθίων που υψώνονται μέχρι τον ουρανό, ανάμεσα στην Πολωνία και τη Δακία» (Τρανσυλβανία). Ήδη, ο Κίρχμαγιερ είχε αναφέρει τα Καρπάθια ανάμεσα στις ευρωπαϊκές βουνοκορφές που χρησιμοποιήθηκαν ως καταφύγια από τους δράκους. Ο Χάπελ παίρνει τις πληροφορίες του από μια σειρά επιστολών που δημοσιεύτηκαν σε μια ιατρο-φυσική επιστημονική συλλογή της αυτοκρατορικής Ακαδημίας της Αλ.

Μέσα στο πρώτο από αυτά τα ντοκουμέντα, ο Ούγγρος γιατρός Πάτερσον Χάιν έγραφε το 1671 ότι «ήταν αδύνατο ν” αμφισβητηθεί» η πραγματικότητα των δράκων. Υπήρχαν ανάμεσα στις συλλογές του μία σιαγόνα και κυνόδοντες που απεδείκνυαν το συγκεκριμένο χαρακτήρα αυτών των ζώων. (Βλέπε την επιστολή του δρ. Γιόχαν Πάτερσον Χάιν στον δρ Sachs à Lewenhaim, 2 Δεκεμβρίου 1671, που βρίσκεται στο Miscellanea Curiosa Medico-Physica Academiae Naturae Curiosorum, Leipzig & Francfort).

Σε μια άλλη επιστολή (29 Ιανουαρίου 1672), ο Χάιν διευκρινίζει ότι μπόρεσε να εξετάσει ένα κρανίο δράκου στη Βαρσοβία. Εξάλλου, ένας χωρικός παρουσίασε ολόκληρο το σκελετό ενός «νέου δράκου» στον κόμη Ρακότζι (Δρ Γ. Πάτερσον Χάιν, «De Draconibus Carpathicis», στο Miscellanea Curiosa, dec. I, ann. III, observatio CXXXIX, 1672, σελ. 257-258).

Ο γιατρός κατάφερε να συλλέξει τη μαρτυρία των βοσκών της άνω χώρας. Μεγάλος αριθμός από αυτούς του εμπιστεύτηκε ότι μέσα στα Καρπάθια, κοντά στον ποταμό Ντουνάγιεκ, υπάρχει μια μεγάλη σπηλιά γεμάτη οστά και απομεινάρια δράκων. Τολμηροί χωρικοί ριψοκινδυνεύουν και πηγαίνουν εκεί, για να πάρουν τα οστά –μερικές φορές σκελετούς ολόκληρους– τα οποία μετά πουλούν σε πρακτικούς γιατρούς που παίρνουν μια σκόνη απ’ αυτά, από την οποία στη συνέχεια φτιάχνουν θαυματουργό αντίδοτο εναντίον της επιληψίας.

Αυτό το οστεοφυλάκιο δημιουργήθηκε έτσι: όταν ένας άρρωστος δράκος αισθάνεται ότι τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του, πηγαίνει στη σπηλιά για να ξαπλώσει, πάνω στους άλλους, και να αναζωογονηθεί, αλλά τελικά πεθαίνει σ’ εκείνη τη θέση. Ένας άλλος τον ακολουθεί, κι έτσι σχηματίζεται μια στοίβα οστών. Οι ποιμένες που οδηγούν τα κοπάδια τους το καλοκαίρι στις βοσκές, βεβαιώνουν ότι οι δράκοι περνούν τη μέρα τους στο βάθος των σπηλιών τους και δεν βγαίνουν από κει παρά τη νύχτα, για να ορμήξουν στα πρόβατα, στα κατσίκια, στους αίγαγρους, ακόμα και σε αρκούδες, τα οποία φέρνουν μετά στα λημέρια τους για να χορτάσουν.

Οι ίδιοι ποιμένες διηγήθηκαν στον Πάτερσον Χάιν ότι μια μέρα ένας Ιταλός πήγε σε μια απ’ αυτές τις σπηλιές για να αναγκάσει με κάποια μαγικά τελετουργικά το δράκο να βγει έξω. Όταν το ζώο βρέθηκε έξω, ο μάγος το καβαλίκεψε, για να χαθεί πάνω στη ράχη του στους αιθέρες! Ο γιατρός, φυσικά, θεωρεί αυτή την ιστορία «μύθο». Πρόκειται για μια παραλλαγή της παράδοσης για τον εξορκιστή των δράκων στην Ελβετία, όπως περιγράφεται μέσα στα γραπτά του Ούλριχ Κάμπελ και του παππού Ρένγουορντ Σιζάτ.

Τον επόμενο αιώνα, στο έργο Notitia Hungariae Novae Historico-Geographica (1742), ο Ματίας Μπελ θα διηγηθεί το άσχημο παιχνίδι που έπαιξε ένας χωρατατζής στους κατοίκους ενός χωριού της άνω Ουγγαρίας, που ήθελαν να πληρώσουν για τις υπηρεσίες ενός «νεκρομάντη», για να απωθήσει αυτός από το καταφύγιό του ένα δράκο που ήταν υπεύθυνος για ολέθριες χαλαζοπτώσεις.

Ένας Αυστριακός λαογράφος, ο Λέοπολντ Κρέτζενμπαχερ, συγκέντρωσε θρυλικές αφηγήσεις, που είχαν συλλεχθεί το 19ο αιώνα ανάμεσα στους Ρουμάνους της Τρανσυλβανίας και που αφορούσαν τους φοβερούς δράκους. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις αυτές, τα οστά που εκταφιάστηκαν από τις βουνίσιες σπηλιές γίνονταν αντιληπτά από το λαό ως υπολείμματα των τεράτων. Ο «Ιταλός» είναι αναμφίβολα ένας από αυτούς τους «Βενετούς» (Venediger) μεταλλειολόγους –ή χρυσοθήρες– που οι βουνίσιοι τους μεταμορφώνουν σε μυθικούς μάγους, λόγω άγνοιας για την επιστήμη τους.

Οι πληροφορίες του Χάιν συμπληρώθηκαν από το συνάδελφό του από το Μπρεσλό, τον Χάινριχ Φολνιάτ. Ο Σικελός γιατρός αναπαρήγαγε στην έκθεσή του το 1674 μια γκραβούρα του κρανίου ενός από τους «δράκους των Καρπαθίων». (Σημειώνουμε ότι στα Καρπάθια και στην Τρανσυλβανία άνθησε ο θρύλος του Dracula, του Vlad Dracul, ένα επίθετο που σημαίνει «ο γιός του Δράκου» ή ο «γιος του Διαβόλου»). Παρακινούσε τους συναδέλφους του, να ακούν με περισσότερη επιείκεια τις λαϊκές αφηγήσεις που υποδείκνυαν την παρουσία των τερατοειδών ζώων στους σχεδόν απρόσιτους ορεινούς όγκους.

Ο Φολνιάτ αναπαράγει την επιστολή ενός γιατρού από το Σίμπιου, του Γκέοργκ Βετ. (Χάινριχ Φολνιάτ, «De Dracpmobus Carpathicis et Transsylvanicis» στο Miscellanea, dec/ I, ann. IV, obs. CLXX, 1674, γκραβούρα ανάμεσα στις σελίδες 226 και 227. Για τον Βετ, βλ. Γιόχαν Σέιβερτς, Nachrichten von Siebenbürgischen Gelehrten und ihre Schriften, Pressburg: Weber και Korabinski, 1785, σελ. 453-454). Ο Βετ (1645-1704), γεννημένος στην Πολωνία, είχε αποκτήσει κάποια φήμη ως βοτανολόγος, κάτι που έκανε το συμβούλιο της σαξονικής πολιτείας Χέρμανστατ (Sibiu) να του προσφέρει, το 1672, τη θέση του κοινοτικού φαρμακοποιού.

Η επιστολή του Βετ, που χρονολογείται στις 16 Μαΐου 1673, δείχνει ότι πολύ γρήγορα ο άνθρωπός μας παθιάστηκε μ’ ένα ζήτημα που αναμφίβολα είχε την τιμητική του στις τάξεις των τοπικών λογίων. Ο φαρμακοποιός είχε ήδη καταφέρει να αποκτήσει ένα δόντι δράκου. Ένας αστός από το Μέντβις είχε πάρει αυτό το κειμήλιο από ένα βλάχο χωρικό, ο οποίος ισχυριζόταν ότι το απέκτησε κάτω από περίεργες συνθήκες στα βουνά που χάνονταν στην πλευρά του Πορτ ντε Φερ: ο χωρικός είχε παρατηρήσει ότι ένας φτερωτός δράκος είχε κάνει τη φωλιά του μέσα σ’ ένα τεράστιο κοίλο δέντρο.

Ο βλάχος εκμεταλλεύτηκε την απουσία του φτερωτού πλάσματος, για να μαζέψει ένα σωρό από ξερόκλαδα, μπροστά στην τρύπα του δέντρου, κι όταν ξανάρθε ο δράκος εκεί, τον έκαψε μέσα στο δέντρο. Ο Βετ μπόρεσε επίσης να θαυμάσει το κρανίο ενός άλλου δράκου, στο σπίτι του βασιλικού δικαστή της Χέρμανστατ. Το τέρας είχε προφανώς απανθρακωθεί από μια αστραπή, λίγα χρόνια νωρίτερα, ενώ βρισκόταν μέσα σ’ ένα μεγάλο δέντρο, ένα μίλι μακριά από την πόλη.

Η σαξονική κωμόπολη Χέρμανστατ, τόπος γερμανικής και προτεσταντικής κουλτούρας, στέγαζε μέσα στα τείχη της προύχοντες, τους αντιπροσώπους δηλαδή της δεσπόζουσας κουλτούρας, όπως το δικαστή και το φαρμακοποιό που ήταν κάτοχοι δρακόντειων κειμηλίων, τα οποία είχαν διαπραγματευτεί με κάποιους οπαδούς της λαϊκής κουλτούρας, μελετητές από άλλες χώρες.

Οι πληροφορίες που βγαίνουν από τις επιστολές του Χάιν, του Φολνιάτ και του Βετ, επιτρέπουν τη λεπτομερή προβολή δώδεκα δρακόντειων ζωνών, πάνω στο χάρτη της κεντρικής Ευρώπης. Η μία βρισκόταν στη νοτιο-ανατολική πλαγιά των Καρπαθίων, προς τον ποταμό Ντουνάγιεκ που κατέληγε στο Βιστούλα. Βρισκόταν μέσα στην πολωνική επαρχία Γαλικία. Οι πληροφοριοδότες του Χάιν είναι αναμφίβολα βουνίσιοι απ’ αυτή την περιοχή, οι Ουσούλς.

Ο υπαινιγμός του Ούγγρου γιατρού για τον «κόμη Ρακότζι» μας πηγαίνει στη δεύτερη ζώνη, πιο νότια. Από την ισχυρή οικογένεια των Ρακότζι προήλθαν ηγεμόνες που έκαναν την Τρανσυλβανία ένα ανεξάρτητο κράτος ανάμεσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την Ουγγαρία, στην οποία κυριαρχούσαν οι Αψβούργοι. Η πίστη στους δράκους των Καρπαθίων φαίνεται ότι είχε ευνοήσει τη γεωπολιτική κατάσταση σ” αυτή την αμφιλεγόμενη περιοχή.

Ένας ενθουσιώδης δρακολόγος, ο Γκέοργκ Βετ, πολύ δύσκολα μπορούσε να ριψοκινδυνεύσει, πηγαίνοντας στην άνω χώρα. Κοντά στις δυσκολίες πρόσβασης ερχόταν να προστεθεί και η απειλή που βάρυνε αυτή τη μεθοριακή περιοχή, για επιδρομή των Τατάρων, που ήταν σύμμαχοι των Οθωμανών. Από το 1658 ως το 1661, το πριγκιπάτο είχε καταστραφεί από τους Τούρκους. Πόλεις ελεύθερες όπως η Χέρμανστατ κατάφεραν μόνο χάρη στα ισχυρά τους τείχη να γλιτώσουν από τις καταστροφές.

Στο έργο του Περιγραφή της Τρανσυλβανίας, που δημοσιεύτηκε το 1666, ένας γιατρός της Χέρμανστατ, ο Γιόχαν Τρόστερ, σημειώνει ότι, κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου, η πόλη βρέθηκε δυο φορές βομβαρδισμένη, ενώ οι Τάταροι είχαν αρπάξει ένα «αναρίθμητο» πλήθος κατοίκων.

Μια τέτοια κατάσταση, πολύ λίγο ευνοϊκή για επιστημονικές έρευνες, ήταν αντίθετα ιδιαιτέρως κατάλληλη για τη γένεση φημών για τη φανταστική πανίδα που στοίχειωνε αυτή την «ευαίσθητη ζώνη». Ο τουρκικός κίνδυνος ήταν ακόμα έντονα παρών, αφού το 1683 οι Οθωμανοί ήρθαν μπροστά στη Βιέννη. Η προσοχή των Ευρωπαίων στο τέλος του 17ου αιώνα ήταν λοιπόν στραμμένη προς αυτές τις απόμακρες βουνοκορφές. Για τον αναγνώστη της Επιστημονικής Συλλογής της Αλ, η Τρανσυλβανία δεν ήταν μόνο ένα πολιτικο-θρησκευτικό σύνορο, αλλά ήταν επίσης ένας χώρος στα σύνορα της γνώσης.

Υπό τη σκιά του Κρουασάντ και κάτω από τις ιδιαιτερότητες ενός νεφελώδους μεθοριακού δρόμου, οι συζητήσεις για τους δράκους μπορούσαν να γεννηθούν και να ευδοκιμήσουν. Κανείς δεν πήγαινε εκεί, κι ακόμη και οι Τούρκοι είχαν παρακάμψει πολλά μέρη εξαιτίας του τρόμου που είχε διαδοθεί για εκείνες τις περιοχές.

Ένας ειδικός στις ασυνήθιστες αφηγήσεις όπως ήταν ο Γιοχάνες Πρετόριους (1630-1680) έγινε ο συγγραφέας της πρώτης μονογραφίας αφιερωμένης στο Μπρόκεν, το βουνό των μάγων της Βόρειας Γερμανίας. Σε μια από τις πολυάριθμες μπροσούρες του, ο Πρετόριους διηγείται τα πάντα για τις φυλές των δράκων του «δάσους της Τρανσυλβανίας». (Γιοχάνες Πρετόριους, Ehren-Bergische Blutige Klöβer, Nebenst mehren dergleichen Neuligen Straff-Mahlen, 1678. Ex.: Bibliothèque de l’ Arsenal –4o S. 383 (7)– fo 5A. Επίσης, για τον Πρετόριους, βλ. Γκέοργκ Βιτκόβσκι, Geschichte des literarischen Lebens in Leipzig, Leipzig: Teubner, 1909, σελ. 170-179).

Οι συλλογικές νοοτροπίες σε μια κεντρική Ευρώπη, σκληρά δοκιμασμένη από τους πολέμους, έχουν σίγουρα δεχτεί ευνοϊκά τις αφηγήσεις για ανθρωποφάγους δράκους. Μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον που εκδήλωσαν οι διανοούμενοι της Αντι-Μεταρρύθμισης για αυτά τα τερατοειδή πλάσματα.

Η επικαιρότητα του δράκου μαρτυρεί, ενάντια στους Μεταρρυθμιστές, την αυθεντικότητα της ζωής των αγίων και των θαυμάτων. Για έναν Ιησουίτη όπως ο Κίρχερ, η μυστική και φυσική ερμηνεία του δράκου, μακριά από κάθε αμοιβαία αλληλο-αναίρεση, ενώνονται σ’ ένα ομοιογενές σύνολο, ένα κράμα πίστης, πειραματικού πνεύματος και θεωρήσεων, προορισμένου να τραβήξει το ενδιαφέρον των λογίων και να θέλξει τα καλοπροαίρετα πνεύματα.

Ξαναβρίσκουμε την προσέγγιση του Κίρχερ σ’ ένα άλλο έγκριτο μέλος των Ιησουιτών, στον Τσέχο Μπόχουσλαβ Αλόις Μπαλμπίν (1611-1689). Ο Μπαλμπίν θα επιμείνει στην επανάκτηση του παρελθόντος, που αποτελεί προϋπόθεση ελέγχου της κουλτούρας. Το έργο του Επιστημονική Συλλογή του Βασιλείου της Βοημίας εμφανίστηκε μεταξύ 1679-1687. Δέκα αριθμημένοι τόμοι εγκλείουν ένα ευρύ πανόραμα των αρχαιοτήτων, της αγιογραφίας, της τοπογραφίας και της φυσικής ιστορίας της πατρίδας του.

Όσον αφορά την πραγματικότητα των δράκων, ο Μπαλμπίν συλλέγει τις αναμνήσεις του. Θυμάται ότι είχε δει στο Μπρουν (Μπρνο) της Μοραβίας ένα δράκο ταριχευμένο. Ο Ιησουίτης αρνείται να αμφισβητήσει την πραγματικότητα ενός πλάσματος, την οποία επιβεβαιώνει η εκκλησιαστική λογοτεχνία. (Μπόχουσλαβ Αλόις Μπαλμπίν, Miscellanea Historica Regni Bohemiae, Prague: Georg Czernoch, 1679, τομ. Ι). Παραπέμπει στον Κίρχερ για ό,τι αφορά σε υλικό περί δράκων.

Αλλά για τον Μπαλμπίν, το τέρας είναι επίσης μία από τις μάσκες του Κακού. Για τον Έρνεστ Ντενίς, εκείνη την εποχή, οι αποκαλυπτικές ιστορίες σεβαστών ομιλητών προετοίμασαν τον τσέχικο λαό, ώστε να νιώσει γύρω του την παρουσία των κακών πνευμάτων: «Ίσως ποτέ, ούτε ακόμα και στο Μεσαίωνα, το Κακό δεν έστησε περισσότερες παγίδες στον άνθρωπο και δεν ανακατεύτηκε τόσο ενεργά στην καθημερινή ζωή»

Ο Ιησουίτης ευσεβής συζήτησε με πληροφοριοδότες οι οποίοι του αποκάλυψαν τις νυχτερινές φασαρίες που ακούγονταν από τις σπηλιές που βρίσκονταν στα περίχωρα του βασιλικού παλατιού Κάρλστγεν. Το κάστρο, βομβαρδισμένο από τους Σουηδούς το 1648, είχε απομείνει ένα ερείπιο. Στα πόδια του, έρεε ο Μορίνα. Ο Μπαλμπίν συνέλεξε τις εκμυστηρεύσεις των ψαράδων «που περνούν συχνά, όλη τη νύχτα, απ’ αυτή τη μεριά του ποταμού». Του είπαν ότι «αυτοί οι τόποι ήταν αναστατωμένοι από τα φαντάσματα, και κυρίως από δράκους, που μετακινούνταν γύρω από τους βράχους της παραλίας και με τα μακριά τους σώματα απειλούσαν τις πλαγιές με ισχυρό καταιγισμό πετρών». Για τον Ιησουίτη, η πηγή μιας τέτοιας φασαρίας δεν είναι αμφίβολη: «Θεωρώ ότι κακά δαιμόνια βασιλεύουν σ’ αυτές τις σπηλιές».



Οι δράκοι στις σπηλιές του Κάρλστγεν δεν είναι κάποιο άγνωστο είδος, όπως στις σκοτεινιές των Καρπαθίων, αλλά οι θείοι απεσταλμένοι από τα Πολύ-Χαμηλά. Ως ένας καλός Ιησουίτης, ο συγγραφέας της Επιστημονικής Συλλογής είναι ευαίσθητος στη σκοτεινή ποίηση που αναδύει από το σπηλαιώδη κόσμο. Ο Μπαλμπίν διηγείται την ιστορία ενός φίλου του που είχε πάει σε μια βαθιά σπηλιά της Βοημίας και γρήγορα βγήκε από αυτή, τρομοκρατημένος. Το επίστρωμα των τοιχωμάτων του άντρου, του υποδείκνυε τα «κυρτωμένα νύχια των δράκων». Έτσι, οι υπόγειες καμάρες, κατά ένα μιμητικό τρόπο, παίρνουν κάποια χαρακτηριστικά του πλάσματος που όλοι υποψιάζονται ότι ζει στα βάθη των σπηλαίων.

Αν στον Μπαλμπίν ο φριχτός δράκος έχει εννοιολογικώς και θεολογικώς ακόμη έντονη παρουσία, δεν ισχύει το ίδιο για τους συγχρόνους του, όπως τον Χάιν ή τον Φολνιάτ, οι οποίοι, μαζί με πολλούς άλλους, αποτελούν το φυσιοκρατικό ρεύμα της Δρακολογίας. Γι’ αυτούς, το θέμα αφορά αποκλειστικά το πεδίο των φυσικών επιστημών. Ένας από αυτούς είναι ο Αυστριακός ευγενής Γιόχαν Βάικχαρντ φον Βαλβασόρ (1641-1693).

Ο Βαλβασόρ γεννήθηκε στο Λέμπαχ, πόλη της Καρνιόλ, η σημερινή Λουμπλιάνα, πρωτεύουσα της Σλοβενίας και οφείλει τους τίτλους της δόξας του λιγότερο στα πολεμικά κατορθώματα απ’ ό,τι στη γοητεία που ασκούσε πάνω του ο κόσμος των σκοταδιών, που τον ωθεί, σ’ όλη του τη ζωή, να ερευνήσει τον κόσμο που ήταν κρυμμένος κάτω από τα πόδια του, αναζητώντας «τα μυστικά που κανείς άλλος δεν γνωρίζει».

Ο Βαλβασόρ πήγε στη Γερμανία για να επισκεφτεί τις σπηλιές του Χαρτζ, στη Γαλλία για να εξερευνήσει τη Σαιντ-Μπομ, αλλά κυρίως μελέτησε το υπόγειο δίκτυο της Καρνιόλ. Σ’ αυτόν οφείλεται η συνεχής παρακολούθηση της εξερεύνησης της μεγάλης σπηλιάς του Άντελσμπεργκ. Αυτή η σπηλιά, που σήμερα ονομάζεται Ποστόνια, στα μισά του δρόμου μεταξύ Τριέστης και Λουμπλιάνας, είχε γίνει αντικείμενο επισκέψεων από το 13ο αιώνα, όπως το μαρτυρούν τα γκραφίτι των πρώτων διαδρόμων.

Ο Βαλβασόρ μπήκε στις βαθιές γαλαρίες. Το μεγάλο έργο του, τα Αριστουργήματα του Δουκάτου της Καρνιόλ (1689), συλλέγει σε 3.320 σελίδες και σε τέσσερις αριθμημένους τόμους μια τεράστια ποσότητα γνώσεων για την υπόγεια τοπογραφία και τα ήθη της αυστριακής επαρχίας, διηγείται πολλές ιστορίες για υποχθόνια δρακοειδή και οδηγεί τον αναγνώστη στις υπόγειες εξερευνήσεις του. Ο μεθοδικός χαρακτήρας των εξερευνήσεών του επιτρέπει να αναγνωρίσουμε σ’ αυτό το παράξενο πνεύμα έναν από τους πατέρες της σπηλαιολογίας.

Στο τέλος του αιώνα, η Βασιλική Εταιρεία της Βρετανίας, υπό την προεδρία του Νεύτωνα, επιβεβαίωνε μια αποστολή προορισμένη για να αναζητήσει δράκους στις Άλπεις. Δεν έχουμε ακριβή δεδομένα αυτής της αποστολής. Αλλά και η απλή διατύπωση ενός τέτοιου σχεδίου είναι, αυτή καθ’ αυτή, μια εύγλωττη μαρτυρία της γοητείας που ασκούσε το ζήτημα των ευρωπαϊκών δράκων στα μέλη του επιστημονικού οργανισμού κι ενώ οι λόγιοι συζητούν για το θέμα, γνωστοποιούνται πάντα συναντήσεις με δράκους, ιδιαιτέρως σε περιοχές που παραδοσιακά θεωρούνται «κακόφημες».

Στα δυτικά της Νεάπολης εκτείνονται τα πεδία Φλεγκρένς, μια περιοχή ηφαιστειακή. Οι Ρωμαίοι τοποθετούσαν εκεί μια από τις εισόδους του Άλλου Κόσμου. Στο βιβλίο VΙ της Αινειάδας, ο ήρωας του Βιργίλιου πηγαίνει εκεί για να μάθει από τον προφήτη των Κιμς πώς να φτάσει στον άλλο κόσμο. Στο βάθος του αχανούς κρατήρα του Ανιάνο υπάρχει μια μικρή λίμνη που τα νερά της είναι σε συνεχή αναβρασμό. Αυτή η λίμνη του Ανιάνο από πολύ νωρίς έκανε τη φαντασία ν’ ανθίσει.

Κατά τον Βοκκάκιο, δεν είχαν καταφέρει να βρουν το βυθό. Οι ανθρωπιστές επισκέπτες που πήγαν εκεί, την εποχή της Αναγέννησης, είχαν παρατηρήσει ότι σκυλιά που είχαν πάθει ασφυξία από τις αναθυμιάσεις του «άντρου Καρόν» (η Σπηλιά του Σκύλου) συνέρχονταν, αν τα βουτούσαν εκεί μέσα. Είχαν επίσης διαπιστώσει ότι τα νερά της δεν επέτρεπαν καμιά ζωή, εκτός από κάποια βατράχια στις όχθες. Αλλά πολλές αναφορές μιλούν για μεγάλα «φτερωτά ερπετά» που είχαν επιλέξει το μέρος για κατοικία τους.

Αναπόφευκτα ο Χάπελ δεν θα μπορούσε να ευχηθεί πιο κατάλληλο ντεκόρ για μια από τις περίεργες ιστορίες του. Σύμφωνα με τον Γερμανό, ένα «φοβερό τέρας» είχε ανεβεί στην επιφάνεια της λίμνης του Ανιάνο, την άνοιξη του 1684. Αυτό το «ψάρι και δράκος» σκότωνε τους ανθρώπους με τη δηλητηριώδη ανάσα του. Το είχαν χτυπήσει πολλές φορές, αλλά οι σφαίρες των όπλων εξοστρακίζονταν πάνω στο σκληρό του δέρμα, μη αφήνοντας εκεί πάνω παρά ασπριδερές χαραγματιές, (Ε. Β. Χάπελ, Des Historischen Kerns oder so genandten kurtzen Chronica, Hambourg:Thomas von Wiering, 1690, σελ. 29).

Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο δράκος-σαύρα δεν ήταν ολότελα ξεχασμένος. Η εικόνα του ενεργοποιήθηκε ξανά χάρις σε μια καταπληκτική ζωολογική ανακάλυψη. Το 1912, ο Π. Α. Όουενς, στο ζωολογικό Μουσείο του Μπουίτενζοργκ, στην Ιάβα, στηριζόμενος σ’ ένα λείψανο και σε μια φωτογραφία, περιέγραφε ένα βάρανο (σαυροειδές ερπετό) μεγάλου μεγέθους, δίνοντάς του το επιστημονικό όνομα Varanus komodoensis και παραπέμποντας στο φυσικό τόπο κατοικίας του, ένα από τα μικρά νησιά του αρχιπελάγους Σοντ, τη νήσο του Κόμοντο.

Το ντόπιο όνομα του ζώου, «ο δράκος του Κόμοντο», βεβαιώνει τις αλληλουχίες με το θρυλικό τέρας. Οι διευθυντές του ζωολογικού πάρκου νοιάζονταν πολύ να παρουσιάσουν στους επισκέπτες τους αντιπροσώπους αυτού του μεγάλου ερπετού. Όμως, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε σχεδόν στη λησμονιά αυτά τα σχέδια επανάκτησης. Όταν επήλθε ξανά η ειρήνη, οι Γερμανοί λόγιοι εκδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον για το μεγάλο βάρανο του Σοντ. Ο δούκας Άντολφ Φρήντριχ ντε Μέκλεμπουργκ πρόσφερε ένα λείψανο ινδονησιακού δράκου στο Μουσείο του Βερολίνου.

Το 1923, η προετοιμασία μιας γερμανικής ζωολογικής αποστολής στο Κόμοντο δημιούργησε ένα κλίμα λαϊκών προσδοκιών, που ενδυναμώθηκαν από τις πιο ιδιόρρυθμες φήμες. Σύμφωνα μ’ έναν από τους πιο σημαντικούς εκλαϊκευτές της εποχής, τον Βίλχελμ Μπέλσε: «Ο νέος κολοσσός θα είχε φάει ανθρώπους, θα είχε συνθλίψει με την ουρά του πόδια αλόγων και θα πήγαινε τόσο γρήγορα όσο ένα όχημα, θα ήταν επίσης άτρωτος στις σφαίρες και θα έτρεχε στα δυο του πόδια όπως ένας αληθινός δεινόσαυρος»

Ως συνήθως, αυτό το αμάλγαμα ένωνε το μύθο με τη φυσιοκρατική πραγματικότητα. Ο Όουενς σκεφτόταν ότι το boeaaja darat, ο «χερσαίος κροκόδειλος» του Κόμοντο, μπορούσε να φτάσει σε εύρος τα 7-8 μέτρα, κάτι που έκανε αυτόν τον ογκώδη βάρανο, με τους επιθετικούς τρόπους, έναν αρκετά καλό υποψήφιο για τον τίτλο του χερσαίου δράκου. Γνωρίζουμε σήμερα ότι ο Varanus komodoensis ξεπερνάει μόλις τα 3-4 μέτρα μήκος. Αυτό δεν ακυρώνει το γεγονός ότι πρόκειται για ένα φοβερό ερπετικό σαρκοφάγο, υπεύθυνο για πολλούς θανάτους ανθρώπων.

Αλλά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, η κανονική απεικόνιση του ερπετού του Σοντ έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης για τα διάφορα δρακόντεια μοτίβα (το άτρωτο), καθώς και για στερεότυπα που προέρχονταν από έναν πιο πρόσφατο φανταστικό κόσμο, αυτόν των δεινόσαυρων. Η δίποδη αυταπάτη που έμοιαζε με το δράκο του Κόμοντο δείχνει καλά ότι κάποιοι δημοσιογράφοι τον εξομοίωναν μ’ έναν από τους επιζήσαντες δεινόσαυρους που αναφέρονται στο μυθιστόρημα του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ Ο Χαμένος Κόσμος (1912, ένα έργο πρόγονος ίσως της ταινίας Jurassic Park, αν και δεν ήταν το πρώτο του είδους, είχε προηγηθεί το μυστηριώδες έργο του Ρόμπερτ Γ. Τσέημπερς In Search of the Unknown, το 1904, και φυσικά το Ταξίδι στο Κέντρο της Γης του Ιουλίου Βερν, δημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά με το επιστημονικό βάπτισμα του βάρανου από τον Όουενς.

Το 1926, ένας από τους διαχειριστές του American Museum of Natural History, ο Ντάγκλας Μπάρντεν, είχε φέρει ζωντανά από το Κόμοντο δυο νεαρά δείγματα που παρουσιάστηκαν στο ζωολογικό κήπο του Μπρονξ. Σ’ ένα άρθρο για την αποστολή του, που δημοσιεύτηκε από το National Geographic (Ντάγκλας Μπάρτεν, «Stalking the Dragon-lizard of Komodo» στο National Geographic Magazine, Αύγουστος 1927, σελ. 216-232) καθώς και σ’ ένα δικό του έργο, το Dragon-lizards of Komodo (1927), ο Μπάρντεν επέμενε στην αντιστοιχία που υπήρχε ανάμεσα στο σαυροειδές και το περιβάλλον του.

Υποδείκνυε το ινδονησιακό ερπετό ως ένα «πρωτόγονο τέρας, μέσα σ’ έναν πρωτόγονο χώρο», και χρησιμοποιούσε μάλιστα την έκφραση «Χαμένος Κόσμος» για να περιγράψει το νησί του, όπου οι ηφαιστειακοί κρατήρες που υψώνονταν προς τον ουρανό θύμιζαν ένα τοπίο αρχαϊκών εποχών. Ένας φίλος του Μπάρντεν, ο σκηνοθέτης Μέριαν Κ. Κούπερ, διάβασε τις σημειώσεις της αποστολής του και προετοίμασε τότε το φιλμ Κing Kong (1933), συλλαμβάνοντας την ιδέα –που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε– να εισαγάγει έναν τεράστιο γορίλα στο Κόμοντο, για να κινηματογραφήσει τις μάχες ανάμεσα στο ανθρωποειδές και τις γιγάντιες σαύρες, σαν μια μάχη του Κινγκ Κονγκ ενάντια στους δράκους-δεινόσαυρους.

Οι συντάκτες στα ένθετα των κυριακάτικων αμερικανικών εφημερίδων συνέγραψαν φαντασμαγορικές περιγραφές του Varanus komodoensis, αποδίδοντάς του ενίοτε τις ιδιότητες του δράκου. Έτσι, για παράδειγμα, μίλησαν για την ικανότητά του να φτύνει φωτιά, (Α. X. Βερίλ, Παράξενοι Τρόποι Ζωής των Ερπετών, Παρίσι: Payot, 1943, σελ. 145-146).

Η επίδραση των μέσων ενημέρωσης σχετικά με την αποκάλυψη του δράκου του Κόμοντο, υπήρξε έντονη κυρίως στη Γερμανία της Βαϊμάρης. Για ένα πλήθος εκκεντρικών θεωρητικών, μάγων κι αρχιτεκτόνων αλλόκοτων κοσμογονιών, που αφθονούσαν στο ημίφως των «αντι-κουλτουριάρικων» κύκλων της πρώτης γερμανικής δημοκρατίας, η αποκάλυψη του εύρωστου βάρανου στις ανατολικές Ινδίες ερχόταν την κατάλληλη στιγμή, για να αποκαταστήσει την εικόνα του δράκου.



Κάποιος «Yori» γράφει έτσι ότι ο δράκος του Κόμοντο συμβολίζει μια «φοβερή μελλοντική καταστροφή». Ο διευθυντής του ζωολογικού κήπου του Αμβούργου, ο γνωστός Χάγκενμπεκ, δεν θα μπορέσει να καυχηθεί ότι φυλάκισε για πολύ καιρό αυτόν τον αγγελιοφόρο των πρωτόγονων εποχών, τον προάγγελο της «αφύπνισης του βασιλίσκου» («Υοri», «Ur-We-We. Uranische Weltwende», Berlin: R. Pape, 1932, σελ. 44). Σ’ αυτό το παράδειγμα, το μεγάλο σαυροειδές της Ινδονησίας ανακτήθηκε από έναν προφήτη που του αποδίδει τους εσχατολογικούς προσδιορισμούς του παραδοσιακού δράκου.

Μέσα στον εκλαϊκευτικό χώρο, ο δράκος του Κόμοντο ενεργοποίησε ξανά επίσης το ενδιαφέρον των θεωρητικών για τη γένεση των δρακόντειων παραδόσεων. Το 1923, δημοσιεύτηκε το έργο του αυστριακού παλαιοντολόγου Οθένιο Άμπελ Τα Προϊστορικά Ζώα μέσα στους Μύθους, τους Θρύλους και τις Δεισιδαιμονίες, έργο που θα γνωρίσει επαυξημένη έκδοση το 1939 (Οθένιο Άμπελ, Die Vorweltlichen Tiere in Märchen, Sage und Aberglaube, Karlsruhe: G. Braun, 1923.

Του ίδιου: Vorzeitliche Tierreste im Deutschen Mythus, Brauchtum und Volksglauben, Iéna: Gustav Fischer, 1939). Ο Αυστριακός λόγιος είναι ένας από τους κρίκους της αλυσίδας των λόγιων ορθολογιστών που, με βάση τον Μπρούκμαν, στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα, προσπάθησαν να επαναφέρουν τα απομεινάρια του δράκου, και την «δρακόντεια» ερμηνεία των ευρημάτων οστών προϊστορικών ζώων, κυρίως αρκούδων. Αλλά η επιθυμία του ν’ αποκαλύψει τις αντικειμενικές βάσεις του θρύλου, τον έκανε να υπερεκτιμήσει την επίδραση τέτοιων ευρημάτων. Γι’ αυτό θα του μιλήσει ένας συνάδελφός του:

Το γερμανικό κοινό ανακαλύπτει το 1924 ένα βιβλίο πολύ παράξενο, το Κόσμος Προϊστορικός, Θρύλος και Ανθρωπότητα. Ο συγγραφέας του, Έντγκαρ Ντακιέ (1878-1945), ήταν τότε καθηγητής παλαιοντολογίας στο Μόναχο και διευθυντής των παλαιοντολογικών συλλογών στο βαυαρικό κράτος. Στο βιβλίο του, ο Ντακιέ ασκεί κριτική στις θέσεις του Άμπελ. Κατ’ αυτόν, η εκταφή των ζωικών απολιθωμάτων οδήγησε σε απλές επανενεργοποιήσεις (Neubelebung) και όχι στη γένεση (Entstehung) των θρυλικών μορφοτύπων των δράκων και των γιγάντων.

Ενώ βασίζεται σ’ αυτή τη συνετή αντίρρηση, ο παλαιοντολόγος από το Μόναχο κάνει μια μεγάλη προσπάθεια ανοικοδόμησης μιας υπερ-θεωρητικής για τις χαμένες εποχές, η οποία εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο μιας σύνθεσης μεταξύ μεταφυσικής κι επιστήμης, και μέσα στην επέκταση των ιδεολογικών οικοδομήσεων των ευλαβών φυσιοκρατών του 18ου αιώνα.

Κατά τον Γερμανό λόγιο, οι λαογραφικές περιγραφές του δράκου δεν πήγαζαν καθόλου από πραγματείες αναπαράστασης που μυθοποιούσαν τα μαστοφόρα απολιθώματα, όπως το σκεφτόταν ο Άμπελ, αλλά αντίθετα συγκροτούνταν από πραγματικές μαρτυρίες που μεταδόθηκαν χάρη στην κληρονομική μνήμη, ως αναμνήσεις των σκοτεινών εποχών όπου οι δεινόσαυροι είχαν συνυπάρξει με κάποια ανθρωποειδή.

Ο Ντακιέ στηρίζεται στις παραδόσεις που αφορούν τα lindwurms και τους δράκους, για να υποθέσει την ύπαρξη, πριν από τα μαστοφόρα, μιας φανταστικής σειράς ανθρωποειδών, των οποίων οι αντιπρόσωποι, στη μεσοζωική περίοδο, ήταν σκεπασμένοι με λέπια. Ο ήρωας του ανώνυμου ποιήματος «Ο Ζίγκφριντ με το Κερατοειδές Δέρμα» φύλαγε την ανάμνηση αυτών των ανθρώπων-ερπετών. (Έντγκαρ Ντακιέ, Urwelt, Sage und Menschheit. Naturhistorisch-metaphysische Studie, 5η έκδοση, Μόναχο: Oldenbourg, 1928.

Μπορεί κανείς να υπολογίσει την επιτυχία του Urwelt από το γεγονός ότι το 1938 το έργο του Ντακιέ εκδόθηκε για όγδοη φορά. Βλέπε και Χορστ Κλίμαν, Die Bücher und Aufsätze von Edgar Dacqué, στο συλλογικό έργο Edgar Dacqué: Werk und Wirkung, εκδόθηκε από τον Manfred Schröter, Mόναχο, 1948).

Βασιζόμενος στις θεωρίες των παγκόσμιων παγετώνων του «απαγορευμένου» κοσμολόγου Χανς Χόρμπιγκερ (1860-1931, η «Θεωρία του Πάγου») ο αποστάτης παλαιοντολόγος Ντακιέ αναπτύσσει, κάτω από το κατάπληκτο βλέμμα του αναγνώστη του, μια ολόκληρη ιστορία της εναλλασσόμενης Γης, που τη χαρακτηρίζουν κατακλυσμοί, κι ένας εξ αυτών είναι και ο κατακλυσμός του Νώε.

Ο Ντακιέ ανακαλύπτει τα πορτρέτα των ανθρώπων-σαυροειδών του (των Draconians των Δρακονιανών), μέσα στους δαίμονες των χειρόγραφων των Μάγιας, που τους ερμηνεύει ως πλάσματα που κατάγονται από μια ανεξερεύνητη αρχαιότητα και τα οποία αναγνωρίζονται χάρη «στο μεγάλο αντιτάξιμο δάκτυλο, όπως αυτό του οφιοειδούς της μεσοζωικής περιόδου», και χάρη στο τρίτο ερπετοειδές μάτι τους, όργανο ικανοτήτων που χάθηκαν με την απόκτηση της νόησης, (Ντακιέ, Urwelt, Sage, σελ. 86-91).

Στις θεωρίες αυτές του Ντακιέ –που είναι πιο σοβαρές απ’ ό,τι μπορεί να υποθέσει κανείς– οφείλουν τη γέννησή τους οι «Δρακονιανοί» της σύγχρονης «νέο-μυθολογίας» ως ράτσα εξωγήινων δρακο-ανθρωποειδών που δρουν συνωμοτικά στη Γη από την αρχαιότητα.

Ο φόβος μπροστά στους δράκους των παλιών μύθων και, κάτω από μια αποδυναμωμένη μορφή, η απώθηση και αποστροφή απέναντι στα ερπετά, τόσο ζωντανή ακόμα και σήμερα στο λαό, αποδίδονται από τον Ντακιέ σε σκοτεινές αναμνήσεις των μαχών μεταξύ των προγόνων μας, αληθινών ανθρώπων, και των δρακονιανών ανθρωποειδών με λέπια, μοντέλα των «δαιμόνων» στο σύνολο των μυθολογιών.

Αυτή η σύντομη περίληψη των θέσεων του Ντακιέ που παραθέσαμε εδώ, απεικονίζει καλά το ασυμβίβαστό τους με την ερμηνεία της ιστορίας της Γης, η οποία μας δίδεται από την Παλαιοντολογία. Το έργο αποτέλεσε μεγάλο σκάνδαλο (σε ύποπτο βαθμό) κι οδήγησε τις βαυαρικές αρχές ν’ αφαιρέσουν από τον συγγραφέα την έδρα του καθηγητή. (Βλέπε γι’ αυτό το θέμα τη μελέτη του Ούλριχ Μάγκιν, Edgar Dacqué. Ein deutscher Pionier der Evolutionsforschung στο Bipedia, τομ. II, Μάρτιος 1989, σελ. 5-10). Διάβασε πως ξεχωρίζουν οι άνθρωποι από τους δράκους επικυρίαρχους.

Το έργο Κόσμος Προϊστορικός, Θρύλοι και Ανθρωπότητα γνώρισε αντίθετα μια μεγάλη και πολύ ευνοϊκή υποδοχή σε λαϊκά επίπεδα, συνδυάζοντας έναν ακραίο εθνικισμό με τις θεοσοφικές δομές (η Θεοσοφία ήταν πάντα πολύ δημοφιλής στη Γερμανία). Ο πιο γνωστός από τους «Αριοσοφιστές», ο μυστηριώδης λόγιος Γιοργκ Λαντζ φον Λίμπενφελς (1874-1955) είχε υποστηρίξει, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, την ύπαρξη ημιανθρώπινων υβριδιακών πρωτόγονων φυλών, και κυρίως ανθρώπων-δράκων.

Ο Λαντζ υποδέχτηκε ευνοϊκά, το 1930, τη μετάφραση του έργου του Μπάρντεν, βλέποντας σ’ αυτό μια επιβεβαίωση των δικών του θέσεων: «Οι δράκοι του Κόμοντο, τέτοιοι που μπορούμε να δούμε στους ζωολογικούς κήπους του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, δεν είναι μόνο αυθεντικοί συγγενείς των βιβλικών δράκων, αλλά το περιβάλλον τους, ο τρόπος ζωής και οι ιδιαιτερότητές τους, παρουσιάζουν έντονες ομοιότητες με τους δράκους της Αρχαιότητας» (Για τις θέσεις του Λίμπενφελς σχετικά, βλέπε Γιοργκ Λαντζ φον Λίμπενφελς, Bibliomystikon, τ. ΙΙ, Pforzheim, 1931.

Για τις θέσεις του Λίμπενφελς γενικά, προτείνουμε στον αναγνώστη να ανατρέξει στο έργο του Νίκολας Γκούντρικ-Κλάρκε, Οι Απόκρυφες Ρίζες του Ναζισμού. Οι Αριοσοφιστές στην Αυστρία και τη Γερμανία (1890-1935), Puiseaux: Pardès, 1989, κεφ. VIII, σελ. 127-159).

Το έτος έκδοσης του έργου του Ντακιέ, το Φεβρουάριο του 1924, τα πλήθη του Βερολίνου βιάζονταν να βρεθούν στο UFA-Palast, για να συμμετέχουν στην κινηματογραφική πρεμιέρα του Nibelungen του Φριτζ Λανγκ (Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν). Κατά τη διάρκεια των δύο ετών γυρίσματος της ταινίας, μπροσούρες και άρθρα εικονογραφημένων εφημερίδων είχαν προετοιμάσει το κοινό. Ο Λανγκ και η σεναριογράφος γυναίκα του, η Τέα φον Χάρμπου, προσπάθησαν να σεβαστούν το παραδοσιακό πλαίσιο της μάχης εναντίον του δράκου. Οπλισμένος με το σπαθί, σφυρηλατημένο στο εργαστήρι του Μιμ, ο Ζίγκφριντ αντιμετώπισε τον Φαφνίρ μέσα σ’ ένα δάσος με κωνοφόρα γιγάντια δέντρα, στο βάθος μιας στενής σπηλιάς, απ’ όπου κυλούσε ένας χείμαρρος.

Στα χρόνια που ακολουθούν, κάθε θόρυβος γύρω από το δράκο του Κόμοντο ξυπνά αντίστοιχα το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον για τον tatzelwurm, το αμφίβολο δρακοειδές των ευρωπαϊκών Άλπεων. Το έργο του Μπέλσε για τους δράκους εκδόθηκε μέσα στη συλλογή της εταιρίας Κόσμος. Μετά το 1930, η γερμανική επιθεώρηση Cosmos αναλαμβάνει μια έρευνα για τον tatzelwurm. Ένα χρόνο αργότερα, η συντακτική επιτροπή του περιοδικού της Στουτγάρδης είναι σε θέση ν’ αναγγείλει ότι το ερώτημα που τέθηκε στους αναγνώστες «Υπάρχει ο tatzelwurm;» προξένησε τόσο έντονο ενδιαφέρον ώστε χιλιάδες επιστολές και χειρόγραφα που αφορούσαν αυτό το θέμα έφταναν στα χέρια της απ’ όλα τα σημεία του αλπικού χώρου.

Ο Κόσμος θα δημοσιεύσει τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα. (Βλ. Χανς Φλούχερ, «Gibt es einen Tatzelwurm?» στο Kosmos, ν. 4, 1931, σελ. 118-121. Χανς Φλούχερ «Noch einmal die Tatzelwurmfrage?» στο Kosmos, ν. 4, 1932, σελ. 66-68 και 100-102).

Από την πλευρά της, η επιθεώρηση του Τιρόλου Der Schlern, που εκδιδόταν στο Μπολτσάνο (Bozen), συμμετέχει στη διαμάχη. Ένας συνεργάτης της έκδοσης, ο Καρλ Μόισμπουργκερ, αφού είχε βεβαιώσει το 1928 ότι «ο tatzelwurm φαινόταν να παίζει σε μας, στις Άλπεις, τον ίδιο ρόλο που έπαιζε το Ερπετό της Θάλασσας στον ωκεανό», προσκαλεί τους αναγνώστες του να κάνουν γνωστές τις δικές τους παρατηρήσεις, (βλέπε Δρ Καρλ Μόισμπουργκερ, «Etwas vom Tatzelwurm» στο Der Schlern, 9, 1928, σελ. 189-191).

Κι εδώ ακόμη, η αντίδραση των ανταποκριτών είναι τόσο ενθουσιώδης που, για περισσότερα από οχτώ χρόνια, το Der Schlern αφιερώνει δεκάδες άρθρα στη γενεαλογία των δράκων, Οι τοπικοί λόγιοι ανταγωνίζονται σε πολυμάθεια, εκταφιάζοντας παλιές αναφορές, όπως αυτή του birgstutz στο έργο του Χίμπνερ (1796). Η αναβίωση των προγενέστερων αναφορών δίνει, ως αντάλλαγμα, αξιοπιστία στις σύγχρονες μαρτυρίες που δεν σταματούν να εισρέουν συνεχώς. Η προσαρμογή των μαρτυριών φαίνεται να παρέχει μια ζωολογική ορθότητα στο πρόβλημα.

Πολλοί είναι εκείνοι που έχουν επισημάνει –ίσως κάπως κυνικά– το ότι ο δράκος στον οποίο αναφέρονται οι συγγραφείς της εποχής της Μεταρρύθμισης, εγκατέλειψε τις ελβετικές βουνοκορφές και φαίνεται πως επέλεξε για κατοικία του τα σκοτεινά νερά της σκωτσέζικης λίμνης του Λοχ Νες. (ψευδο-επιστημονική ερμηνεία των θρύλων μια από τις εκδηλώσεις του νεο-ρομαντικού σκοταδισμού που συνέβαλε στον εκφυλισμό ενός ανοιχτού ορθολογισμού κι ενίσχυσε την ιδεολογική επιρροή του Ναζισμού. Εδώ έβαλε το χέρι του ο Aleister Crowley διάβασε Jack Parsons, Ron Hubbard, Aleister Crowley

Αναφερόμενος σε όλα αυτά, μιλάει για τον Ντακιέ και τους «ανθρώπους-σαύρες που ενθυμούνται τη σελήνη της τριτογενούς περιόδου». [Ερνστ Μπλοχ, Κληρονομιά Αυτής της Εποχής, Παρίσι: Payot, 1978, σελ. 176. Βλέπε και Ερνστ Μπλοχ, «Loch Ness, die Seeschlange, und Dacqués Urweltsage» στο Literarische Aufsätze, Francfort-sur-le-Main: Suhrkamp, 1965, σελ. 470-480]. Το επεισόδιο του Λοχ Νες προκαλεί το φιλόσοφο ν’ αφιερώσει μια μελέτη στο «δράκο» της Καληδονίας.

Στο έργο Λοχ Νες, το Ερπετό της Θάλασσας και ο Προϊστορικός Θρύλος του Ντακιέ (1934), ο Μπλοχ γράφει ότι ένα παράξενο ον υποτίθεται πως φάνηκε στην επιφάνεια της σκωτσέζικης λίμνης, και το έχουν δει πολυάριθμοι μάρτυρες:

«Αν αιχμαλωτίσουμε αυτό το υδρόβιο lindwurm, η ύπαρξή του θα είναι αποδεδειγμένη. Κι αν δεν το κάνουμε, όχι μόνο δεν αναιρείται η ύπαρξή του, αλλά η φήμη του αναμφίβολα μεγαλώνει. Τι θα συμβεί αν το λιμναίο τέρας αιχμαλωτιστεί κι εκτεθεί σ’ ένα μουσείο; Λοιπόν, τότε σίγουρα, ο θρύλος θα είχε μιλήσει για αλήθειες. Αυτοί που πίστεψαν στους μύθους θα χαίρονταν, όπως και οι φίλοι του Διαφωτισμού, όταν πια ανακάλυπταν τον κρίκο που έλειπε ανάμεσα στον πίθηκο και τον άνθρωπο.

Ο Δράκος της Θάλασσας στο Αγγλικό Μουσείο θα ήταν, για όλους αυτούς που τους αρέσει τόσο συχνά ν’ αναφέρουν το γνωμικό του Σαίξπηρ «υπάρχουν περισσότερα πράγματα στον Ουρανό και τη Γη απ’ όσα ονειρεύτηκε η φιλοσοφία μας» ισοδύναμο με ό,τι απεικόνιζε η ανακάλυψη του κρανίου του ανθρώπου του Νεάντερταλ για τους Ηaeckeliens. H λίμνη Λοχ Νες δεν βρίσκεται μόνο σε άμεση επαφή με τον ωκεανό: βρίσκεται επίσης συνδεδεμένη με την πείνα της μεταγενέστερης αστικής τάξης για γνώσεις εξαιρετικές και προγνωστικές. Ο Ντακιέ γράφει ακριβώς: «Ω καιροί, όμορφοι και θαυμαστοί, που οι παλιοί μύθοι γίνονται πραγματικότητα»

Ο Μπλοχ συνοψίζει τη θέση του Ντακιέ που αφορά τον άνθρωπο-ερπετό: «κερατοειδής όπως ο Ζίγκφριντ». Ο παλιός Γερμανός ήρωας του Νιμπελούγκεν καταπολεμά σίγουρα το lindwurm, αλλά ήταν κι ο ίδιος ένας άνθρωπος-δράκος ή έγινε ένας τέτοιος, αφότου λούστηκε στο αίμα του σφαγμένου δράκου.

Ο παλαιοντολόγος του Μονάχου ερμηνεύει το μύθο των δράκων σαν την ανάμνηση μιας ερπετοειδούς φάσης ενός σχεδόν ανθρωποειδούς, ενός δρακοειδή ανθρώπου ή ενός ανθρωποειδούς δράκου. Αλλά εάν, αντί ν’ ανεβάσουμε τον άνθρωπο μέχρι τα σαυροειδή της δευτερογενούς περιόδου, ρωτά ο Μπλοχ, τον κατεβάσουμε σ’ αυτά των ημερών μας;

Τότε ένας σύγχρονος Δράκος της Θάλασσας δεν θα ήταν ασυμβίβαστο με τη θεωρία της Εξέλιξης: «Για να αποσαφηνίσουμε τους θρύλους των δράκων, δεν είναι αναγκαίο να συνηγορήσουμε υπέρ ενός μεσοζωικού Ζίγκφριντ, αλλά να αποδεχτούμε την απλή πιθανότητα ότι σ’ απρόσιτες σπηλιές προϊστορικά σαυροειδή διατηρήθηκαν μέχρι τις μέρες μας. Ο Δράκος της Θάλασσας του Λοχ Νες, ή ακόμα και η απλή ύπαρξη μιας διαμάχης γι’ αυτόν, δικαιολογούν τις παραδόσεις για τις μάχες εναντίον των δράκων»

Για τον Ερνστ Μπλοχ, ένας Πλεσιόσαυρος προσαρμοσμένος στις περιβαλλοντολογικές συνθήκες της σκωτσέζικης λίμνης δεν θα ερχόταν σ’ αντίθεση με τους επιστημονικούς νόμους, αντίθετα με τους ανθρώπους-δράκους του Ντακιέ. Η υποθετική επιβίωση των μεγάλων σαυροειδών της δευτερογενούς περιόδου θα έδινε μια ευοίωνη λύση στο ζήτημα των δράκων. Η απόδειξη μιας τέτοιας θέσης θα χαροποιούσε και τους λάτρεις του Παράξενου. Διάβασε επίσης Οι Πέτρες του Javier Cabrera

Όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι, όπως προτείνει ο Μπλοχ, και οι επιστήμονες, και οι μελετητές του Παράξενου, και οι λαϊκοί. «Αντίθετα, το «πάθος του Ντακιέ» αυτή η «διασκεδαστική επιστήμη» μπορεί να είναι χρήσιμη μόνο στο φασισμό και στο περιβάλλον του» Μέχρι και ο Μαρξιστής Ερνστ Μπλοχ προσπάθησε να κατανοήσει το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε από τους Γερμανούς της Βαϊμάρης για τους δράκους.

Από τον Δράκο της Αποκάλυψης του Ιωάννη μέχρι τον δράκο του Κόμοντο, από τον Κίρχερ μέχρι τον Ντακιέ, αυτοί που προσπάθησαν να εναρμονίσουν την Επιστήμη και τη Θρησκεία, επεδίωξαν συχνά να υπερασπιστούν την πραγματικότητα των δράκων. Τις περισσότερες φορές δεν χρειάστηκε να προσπαθήσουν πολύ, τόσο άπλετα ήταν πάντοτε τα στοιχεία και οι ενισχυτικές προσεγγίσεις.

Όλα τα παραπάνω δεν ήταν παρά φευγαλέες σημειολογικές αναφορές σε σχέση με τις προεκτάσεις του ζητήματος, για το οποίο θα απαιτούνταν δεκάδες τόμοι για να εκτεθεί και να αναλυθεί στην ολότητά του, με τρόπο πάντοτε ακαδημαϊκό και λόγιο αλλά όχι κοντόφθαλμο και στερημένο από φαντασία και δημιουργική σύνθεση αλλά ούτε και γραφικό ή απλά παραμυθένιο.

Κάτι γοητευτικό και παράξενο συμβαίνει πίσω από όλες αυτές τις λόγιες ξεναγήσεις σε έναν κόσμο κρυφό και μαγικό που διαθέτει ακόμη χώρο για τους δράκους και σίγουρα όλα αυτά συνιστούν μια –ίσως ξεχασμένη– σοβαρή Δρακολογία, για να έχουμε τη λόγια λαχτάρα να σκιαγραφήσουμε μία εισαγωγή της.

@Ion Maggos / 2011



Ο Δράκος σε όλες τις γλώσσες

Ελληνικά: Δράκων, Δράκος, Θράκος, Δράκοντας, Δράκαινα
Χαβανέζικα: Kelekona, (πληθ. Na Kelekona)

Ελντίλα: Θιουλίρ
Λατινικά: draco, dracon, draco, dragon, dragoon, serpent, serpens

Δρακονιανά: Khoth, (πληθ. Khothu)
Αραβικά: ah-teen (tah-neen), (Al)Tineen, (Al)Tananeen
Κινεζικά: lung/long, Liung (Hakka dialect)

Αφρικανικά: nrgwenya
Αφρικάν: Draak
Εσκιμωικά: Manchu
Αυστριακά: Drach`n, Lindwurm
Βουλγαρικά: drakon

Βουντού: Droca
Καταλανικά: drac
Σερβοκροάτικα: draga, zmaj, azdaja
Τσεχικά: Drak, Drαθek (Draaachek)
Δανέζικα: drage
Driigaran (μουσική γλώσσα): C4 G4 C5 D5 B5 C5
Διπλο-Ολλανδικά: dridi-gag-dridi-gen
Ολλανδικά: draak
Elven/Drow: Tagnik’zur
Ελβετικά: track, lintwürm

Λατινικά-Egg: Dreggageggon
Αγγλικά: dragon
Αγγλικά Μεσαιωνικά: dragun, dragoun
Αγγλικά Παλαιά: draca
Ενωχιανά: Vovin (Voh-een)
Esperanto: drako, dragono
Εσθονικά: draakon, lohe, lohemadu, tuuleuss, lendav madu
Βασκικά-Εuskera: Erensuge

Faeroese: eitt dreki, eitt flogdreki, ein fraenarormur
Φινλανδικά: lohikäärme, draakki, dragoni
Witch tongue: Katash wei” vorki (kah-TASH whey VOR-key)
Flambian: kazyeeqen (kazyee-aqen, fire lizard)
Flemmish: Draeke
Γαλλικά: dragon,dragun, dargon
Gaelic: Arach
Γερμανικά: drache (πληθ. Drachen), Lindwurm, drake (πληθ. draken)
Εβραϊκά: drakon, (πληθ. drakonim), Tanniym
Ουγγρικά: sarkany
Ισλανδικά: dreki

Ινδονησιακά: Naga
Περσικά: Ejdeha
Ισλάμ: th’uban, tinnin
Ιταλικά: drago, dragone, volante, dragonessa
Ιαπωνικά: ryu, tatsu
Jibberish: gidadraggidaen («gid-a-drag-gid-ah-en»)
Klingon (Star-Trek): lung’a” puv (loong-AH poov, Flying Great Lizard)
Κορεατικά: yong

Λουξεμβουργιανά: Draach
Middle Earth (Τόλκιν): Angulóce: generic, Ramalóce:
winged dragon, Urulóce: fire breath dragon
Μαλαισιανά: Naga
Μιλανέζικα-Ιταλικά: Dragh, Draguun,Dragoon
Νεοζηλανδικά (Maori): tarakona
Νορβηγικά: ormr, drage
Norsk: drake, dragonet, liten drake
Oppish: dropagoponop (drop-ag-op-an-op)
Ourainic Barb: Duxobum

Φιλιπινέζικα: dragon, Dragona
Pig-Latin: Agon-dray
Πολωνικά: smok
Πορτογαλικά: dragão
Quenya (Εlven): Loke, Ramaloke (winged), Lingwiloke (sea), Uruloke (fire)
Reinitian: Dralaghajh
Ρομ: draco
Ρουμανικά: Dragon, (πληθ. Dragoni), Zmeu (πληθ. Zmei), Dracul,
Ρωσικά: drakon
Σανσκριτικά: naga (τύπος ερπετάνθρωπου-δράκου)
Σερβικά: Zmaj, Azdaja

Σλοβενικά: Zmaj , Hidra
Ισπανικά: dragón, El Draque, Brujah
Σουηδικά: drake, lindorm
Σουηδικά Αρχαία: flugdrake, floghdraki
Τευτονικά: Drachδ
Tagalog: drakón
Ταϊλανδέζικα: mung-korn
Θιβετανικά: Brug (ή Drook)

Τουρκικά: ejderha
Ουκρανικά: drakon
Βιετναμέζικα: long , rng
Ουαλικά: Ddraig
Ζουλού: uzekamanzi