Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

"Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα"


"Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα"

 (


)

 

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι (δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο) στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα, μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να 'ταν όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να 'χα τ' άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου όπου χρόνια, για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του και τους κρεμνούσε ως άρματα στης Έφεσος το Ναό· γιγάντιες σκέψες σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα άναβαν στο νου μου, τι όλη μου καίγονταν μονομιά η ζωή στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

Γι' αυτό δεν είπα:

Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.

Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,

και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι, καταβολάδα του Εμπυραίου, με την δάδα τούτην, ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα, όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης ν' ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

Είπα κι εβάδισα

κρατώντας τ' αναμμένο μου συκώτι

στο Καύκασό Σου

και το κάθε πάτημά μου

ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα, καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου της Λευτεριά Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο, καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!



Κ' είπα:

Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ' οι θεοί Σου οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο, γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.

Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο, μ' όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.

Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα του νέου Ναού π' ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα, μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

Μοίρα· κ' η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!

Κι απ' την Αγάπη, απ' τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη, να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!

Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη, και κράζω σήμερα μ' αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα, Περισσότερα ... (

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου