Στην 5η
Ανθολογία της ΕΕΛΣΠΗ
Η Σμαραγδή Μητροπούλου, Ελλάδα
Εκδόσεις
Όστρια, Αθήνα 2017
«Ακόμα και
σήμερα, αν κάποιος θέλει να τον ακούσει, θα τον βρει στα κατσικοχώρια των βουνών
και στα λασποχώρια των κάμπων. Εκεί, από ανθρώπους τσοπαναραίους με λασπωμένα
πόδια και γυναίκες που ψήνουν ψωμί στη γάστρα με ροζιασμένα χοντρά χέρια, θα
αφουγκραστούμε την κουβέντα τους με ανατριχίλα, θ’ ακούσουμε έναν λόγο
αυθεντικό, αμαγάριστο, αψαλίδιστο από τα βάθη των αιώνων».


Η Σμαραγδή Μητροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία
και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αρχαία Ιστορία στο Cardiff University
(Mεγάλη Βρετανία). Είναι, επίσης, διπλωματούχος Δημιουργικής
Γραφής (Diploma in Creative Writing) του Κολεγίου Writers’ Bureau (Manchester, UK), ενώ έχει παρακολουθήσει μαθήματα
θεατρικής γραφής στο Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου και σκηνοθεσίας στο Ίδρυμα Τηνιακού
Πολιτισμού. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Έχει τιμηθεί με το βραβείο
Λογοτεχνίας του Φανταστικού Larry Niven (Α΄ βραβείο στην κατηγορία «Φαντασία»).
Από τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Πριν ο ήλιος δύσει» (θεατρικό)
και «Μια στιγμή, μια αιωνιότητα μονάχα». Μοιράζει την αγάπη της εξίσου στη διδασκαλία
και στη συγγραφή ιστοριών.
ΣΜΑΡΑΓΔΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΜΕΘΩΝΗ ΠΥΛΙΑΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ, Τ.Κ.
24006
(Αποσπασματική παρουσία του έργου της Σμαραγδής)
Αχαριστία
Καθώς
το φως της αυγής πάλευε με το σκοτάδι της νύχτας, ακούστηκε ένας θόρυβος, στην αρχή
σιγανά, σχεδόν υπόκωφα και μετά πιο έντονα, κάτι σαν μούγκρισμα και πονεμένο ουρλιαχτό,
ταράζοντας την ηρεμία του μικρού νησιού. Κι όσο περνούσε η ώρα, όλο και περισσότερο
δυνάμωνε, κάνοντας την παρουσία του ολοένα και πιο αισθητή.
Το βουητό
του ανέμου μαζί κι εκείνο της θάλασσας.
Το μικρό
σπιτάκι που στεκόταν πάνω από τα βράχια, κυκλώθηκε από την ορμή του αέρα, που παρέσυρε
στο διάβα του το κάθε τι. Αλύπητα, με μίσος θαρρείς, έσπασε τα κλαδιά και σκόρπισε
στο έδαφος τα μπουμπούκια της λεμονιάς που δέσποζε στον κήπο αρχόντισσα, αναποδογύρισε
τα παρτέρια με τις κόκκινες και ροζ τριανταφυλλιές, ξερίζωσε με μανία τις λευκές
γαρδένιες, τις μάδησε και παρέσυρε τα άνθη τους ως κάτω στη θάλασσα.
Ο ουρανός
είχε γεμίσει μαύρα, μολυβένια σύννεφα κι ανάμεσα τους πρόβαλε αχνά ένα φεγγάρι κατακόκκινο
σαν αίμα.
Μυρίζει
θάνατο, σκέφτηκαν πολλοί.
Σηκώθηκε
από το μικρό σεκρετέρ, άνοιξε την κουρτίνα του καθιστικού της και κοίταξε έξω την
κοσμοχαλασιά.
«Έτσι
κι η ψυχή μου τόσα χρόνια!» είπε σιγανά κι έκανε το σταυρό της.
Με έναν
αναστεναγμό κάθισε πάλι στην καρέκλα, πήρε τον κοντυλοφόρο στο χέρι και συνέχισε
να γράφει.
Έγραφε…
έγραφε… έγραφε, σαν να βιαζόταν να τελειώσουν όλα απόψε… όσο βέβαια της επέτρεπαν
τα ταλαιπωρημένα από το χρόνο χέρια της.
Καιρό
τώρα γέμιζε κόλλες τη μια μετά την άλλη.
Ένας δυνατός
θόρυβος την έκανε να σηκωθεί ξανά με κόπο και να πλησιάσει προς το τζάμι.
Ω Θεέ
μου! συλλογίστηκε.
Τα κύματα,
ενισχυμένα από τον άνεμο, αγρίευαν, φούσκωναν και χτυπούσαν με δύναμη τα βράχια,
φτάνοντας μέχρι την αυλή του μικρού σπιτιού. Αν ήταν μπορετό, σίγουρα θα το γκρέμιζαν
συθέμελα.
«Κάνει
κρύο…», μονολόγησε.
Κάθισε
στην πολυθρόνα της, τυλίχτηκε με μια κόκκινη πλεκτή κουβέρτα κι έκλεισε τα μάτια.
Ο αέρας
όλο και δυνάμωνε… όλο και δυνάμωνε…
Το παράθυρο
άνοιξε με πάταγο…
Κι όλα
σκοτείνιασαν.
Η πρώτη
ηλιαχτίδα που ξεπρόβαλε δειλά-δειλά, κοίταξε γύρω της όλο λύπη.
Χάιδεψε
με στοργή τα τσακισμένα, ματωμένα και διαμελισμένα άνθη. Μερικά θλιβερά λείψανά
τους διακρίνονταν να ταξιδεύουν στην επιφάνεια του νερού, μαζί με κάποιες κόλλες
χαρτί, γραμμένες με μελάνι.
Μόλις
που διακρινόταν η λέξη ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ…
Οι λέξεις
είχαν μουσκέψει και διαλυθεί…
Ήταν γραφτό
να μάθει μοναχά η θάλασσα για τον ένα και μοναδικό έρωτα της γυναίκας εκείνης, που
όμως αναγκάστηκε να τον απαρνηθεί γιατί, μετά το θάνατο των γονιών της, ήταν η μοναδική
κηδεμόνας και προστάτιδα τριών ανήλικων αδελφών.
Εκείνος,
έφυγε και γύρισε στη γενέτειρά του, πονεμένος από την άρνησή της.
Εκείνη,
στάθηκε δίπλα στα μικρά, σαν μάνα και πατέρας, δούλευε όπου έβρισκε για να μην τους
λείψει τίποτα… φρόντισε για τη μόρφωσή τους… για την αποκατάσταση τους.
Μέχρι
που στα 50 της χρόνια, όταν τα αδέλφια της είχαν πια εδώ και καιρό ανοίξει τα δικά
τους φτερά, ένα τηλεγράφημα την πληροφόρησε για το θάνατο εκείνου.
Έτσι έφυγε
από τον τόπο της κι ήρθε στον δικό του τόπο, στο μικρό γυαλόκλειστο νησί, για να
βρεθεί-έστω κι έτσι-κοντά του, να του ανάβει το καντήλι στο μνήμα και να του πηγαίνει
τριαντάφυλλα και γαρδένιες…
Για σένα
τα πιο όμορφα, με το πρώτο φιλί της αυγής, έλεγε.
Και κυλούσε
ο καιρός κι η μια εποχή διαδεχόταν την άλλη. Τα αδέλφια της την είχαν σχεδόν ξεγράψει,
ούτε ένα τηλεφώνημα, ούτε ένα γράμμα.
Μια φορά
μονάχα, ο ένας αδελφός της, της είχε τηλεφωνήσει «για μια επείγουσα ανάγκη», όπως
είπε. Κι ήταν σχεδόν ψυχρή, παγερή η φωνή του. Σιωπηλά τον άκουσε κι όσο εκείνος
μιλούσε, σιωπηλά έκλεισε το τηλέφωνο.
Μα πόση
αχαριστία λοιπόν! ήταν τα μόνα λόγια που είπε.
Κι ύστερα
άρχισε να γεμίζει κόλλες χαρτί με τον καημό της… αυτές τις κόλλες που τώρα διαλύονταν
σιγά-σιγά από την αλμύρα.
Η ηλιαχτίδα
ζέστανε το ξυλιασμένο πρόσωπο της κοιμισμένης γυναίκας. Εκεί που ταξίδευε, καμία
πίκρα και καμία αχαριστία δεν θα την άγγιζαν πια.
Έξω, ένα
μικρό λευκό μπουμπούκι από την άλλοτε θαλερή γαρδένια κι ένα κόκκινο μπουμπούκι
από την τριανταφυλλιά πλάι της είχαν απομείνει ξεχασμένα και μισοθαμμένα στην άμμο.
2016
«Μια στιγμή, μια αιωνιότητα μονάχα»
(Απόσπασμα
- εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ, 2015)
Κάπου μέσα στην καυτή έρημο, η όαση Ελ Χένα ξεκουράζει το
μάτι κάθε κουρασμένου οδοιπόρου, ξεδιψά τα ξεραμένα του χείλη, του δίνει δυνάμεις
να συνεχίσει. Οι κάτοικοί της ζουν απλά, νοικοκυρεμένα και καθημερινά ευχαριστούν
τον Αλλάχ για το πολύτιμο δώρο της ζωής.
Ανάμεσά τους μια παράξενη γυναίκα, με καστανά αμυγδαλωτά μάτια
και κόκκινα μαλλιά. Ζει μαζί τους, δίνοντάς τους απλόχερα το χαμόγελό της, επειδή
την αγκάλιασαν με αγάπη, όταν έφτασε εκεί κάποιο βροχερό βράδυ, στα όρια της εξάντλησης.
Τρία μερόνυχτα ψηνόταν στον πυρετό και παραμιλούσε, λόγια παράξενα κι αλλόκοτα,
που γρήγορα λησμονήθηκαν. Όταν συνήλθε, παρακάλεσε ν’ ανάψουν μια μεγάλη φωτιά…
εκεί πέταξε τα ρούχα που φορούσε και κάθισε και παρακολουθούσε τις φλόγες που ανέβαιναν
ψηλά. Τώρα φορά ρούχα υφασμένα από τα χέρια τους, σαν να ’ταν δικιά τους από πάντα,
από την ώρα που γεννήθηκε. Πρώτη σηκώνεται απ’ όλους, πηγαίνει στην πηγή να φέρει
νερό και κάποιες φορές, όταν είναι μόνη, αφήνει να φύγει από τα χείλη της ένα τραγούδι
που μιλά για βιολιά και φεγγάρια.
Παίξε τραγούδια βιολιστή
για την αγάπη
τα μάτια σου μου γνέψανε
στα στήθη μου σαΐτα…
χαμογέλασε απόψε το φεγγάρι…
Τραγουδώ τις ώρες της νύχτας, όταν τα αστέρια λάμπουν πάνω
απ’ τον ουρανό της ερήμου. Κάνει ζέστη απόψε. Πλησιάζω τον ποταμό, αφήνω τα ρούχα
μου στην όχθη και πέφτω μέσα στα νερά του ολόγυμνη. Είναι δροσερή η αγκαλιά του,
απαλό το χάδι του.
Δεν είμαι μόνη…
Πίσω από έναν φοίνικα, νιώθω πως κάποιος με παρακολουθεί.
Κρατώ την ανάσα μου.
«Ποιος
είναι εκεί;» πάω να φωνάξω, μα η φωνή δεν βγαίνει.
Ακούω βήματα. Γυρίζω το κεφάλι μου και το πρώτο πράγμα που
αντικρίζω είναι δυο μάτια, τα μάτια σου.
Πλησιάζεις. Βγάζεις τα ρούχα σου και πέφτεις μέσα στο νερό.
Έρχεσαι κοντά μου. Αισθάνομαι το βλέμμα σου να με χαϊδεύει.
Μου απλώνεις το χέρι, με αγκαλιάζεις.
Η καρδιά μου χτυπά δυνατά!
«Τάμρα Χένα!» ψιθυρίζεις, ενώ ξαπλώνουμε στο χώμα και το κορμί
σου γίνεται ένα με το δικό μου.
Απαλά, γλυκά, τρυφερά, σαν το αεράκι που φυσά ανάμεσα στους
φοίνικες, αλλά και άγρια, ορμητικά, σαν το νερό του ποταμού, με οδηγείς στα μονοπάτια
της ευτυχίας, στάζεις μέσα μου το πιο γλυκό κρασί και θέλω να το πιω μέχρι τέλος,
να στραγγίξω και την τελευταία σταγόνα, προτού να ’ναι πολύ αργά και τελειώσει το
όνειρο.
Καθώς ξημερώνει, το πρώτο πράγμα που αντικρίζω είναι ένα παράξενο
λουλούδι στο προσκεφάλι μου με άρωμα μεθυστικό. Το όνομά του; Τάμρα Χένα.
«Τάμρα Χένα… για μένα!» μου λες.
Ναι, για σένα, σκέφτομαι και γέρνω επάνω σου. Τι σημασία έχει το χθες ή
το αύριο; Μου φτάνει που τώρα είσαι εδώ…
Τάμρα Χένα, λοιπόν.
Μέσα σε μια στιγμή…κι ένα φως μου ανοίγει δρόμους.
Μια στιγμή ήταν αρκετή να σ’ αγαπήσω βαθιά, δυνατά, απόλυτα.
Μια στιγμή, μια αιωνιότητα μονάχα.
Και ο χρόνος κυλά σαν τα νερά του ποταμού.
Τάμρα Χένα…
Τώρα πια τα ρούχα μου έχουν το γαλάζιο χρώμα του ουρανού,
χρώμα γλυκό που απαλαίνει την κόκκινη φωτιά των μαλλιών μου.
«Μια φωτιά
που θέλω να με καίει στην αιωνιότητα… τα μάτια σου, άστρα του ουρανού, Τάμρα Χένα!»
μου ψιθυρίζεις.
«Πριν ο ήλιος δύσει»
Αποσπάσματα
από το θεατρικό: εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ, 2014
ΛΑΙΟΝΕΛ: Μίλα μου…
ΜΠΙΛΙ: Τι σημασία έχει πια;
ΛΑΙΟΝΕΛ: Είσαι φίλος μου! Κι ας μη μου άνοιξες ποτέ την καρδιά σου!
ΜΠΙΛΙ: Ο δρόμος είναι μακρύς. Αντέχεις;
ΛΑΙΟΝΕΛ: Δεν χρειάζεται ν’ απαντήσω! Ξέρεις!
ΜΠΙΛΙ: Πώς αρχίζουμε; Έχω ξεχάσει πως είναι να μιλάς, να μοιράζεσαι…(με νοσταλγικό ύφος) θυμάμαι μια φωνή που
έλεγε παραμύθια…(με παράπονο) όχι όμως
σε μένα! (παίρνει μια βαθιά αναπνοή, χαμογελά)
Mια φορά κι έναν καιρό…
[………………………………..]
ΚΛΑΡΑ: (με φωνή που μόλις ακούγεται): Απόψε… απόψε… απόψε
(σηκώνεται απότομα): Ποιος φωνάζει; Ποιος;
Γιατί δεν μ’ αφήνετε ήσυχη, επιτέλους; (πάει
προς το παράθυρο και κοιτάζει έξω). Παλιόσκυλο, φόλα που σου χρειάζεται! Πώς
τολμάς να με ταράζεις; (εκνευρισμένη αρπάζει
ένα μαξιλάρι και το πετά στον τοίχο). Χάσου από δω, ψοφίμι! Έτσι και πέσεις
στα χέρια μου, αλίμονο σου! (τονίζει μία μια
τις λέξεις) Θα σε στρα-γγα-λί-σω! Θα σε κόψω ψιλά-ψιλά κομματάκια, θα…(κόβει τη φράση της στη μέση. Μαζεύει το μαξιλάρι
και το βάζει στη θέση του. Κοιτάζει πάλι έξω απ’ το παράθυρο. Κουνά το κεφάλι).
Σε λίγο θα σκοτεινιάσει... (ανοίγει το κομοδίνο
της, βγάζει ένα κουτί και κάθεται σε μία πολυθρόνα)…Πώς το λένε αυτό το τραγουδάκι;
(τραγουδά μουρμουριστά)
Μια ζωή σ’ ένα κουτί
Μια ζωή με κόκκινο χρώμα…
(στο κουτί) Μείναμε μόνοι, εσύ κι εγώ! (το χαϊδεύει)...
Οι δυο μας!
Β ρ ο χ ή
Δεν με τρομάζει το σκοτάδι
εδώ και καιρό έχω κάνει φορεσιά μου τη νύχτα.
εδώ και καιρό έχω κάνει φορεσιά μου τη νύχτα.
Δεν με φοβίζει η βροχή
φίλη μου γκαρδιακή και με λυτρώνει
απ’ ό, τι ακόμα με πονάει.
Μη με ρωτάς γιατί αγαπώ τη βροχή
άσε με μόνο μ’ ένα φιλί τις σταγόνες της να μαζέψω
φυλαχτό στο λαιμό να τις κρεμάσω
για να θυμάμαι.
Ένα ουράνιο τόξο να φανεί περιμένω….
τα μάτια σου.
Είμαι εδώ
κι ας περνούν στη σφαίρα της αιωνιότητας οι ώρες
στιγμές χαμένες…
Άμα το μονοπάτι της βροχής ακολουθήσεις
πάλι θα με βρεις.
Μα βιάσου
πριν να 'ναι αργά κι ο χρόνος σταματήσει.
φίλη μου γκαρδιακή και με λυτρώνει
απ’ ό, τι ακόμα με πονάει.
Μη με ρωτάς γιατί αγαπώ τη βροχή
άσε με μόνο μ’ ένα φιλί τις σταγόνες της να μαζέψω
φυλαχτό στο λαιμό να τις κρεμάσω
για να θυμάμαι.
Ένα ουράνιο τόξο να φανεί περιμένω….
τα μάτια σου.
Είμαι εδώ
κι ας περνούν στη σφαίρα της αιωνιότητας οι ώρες
στιγμές χαμένες…
Άμα το μονοπάτι της βροχής ακολουθήσεις
πάλι θα με βρεις.
Μα βιάσου
πριν να 'ναι αργά κι ο χρόνος σταματήσει.
2017
…
……..
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου