Βάιος Φασούλας
Ε.Ο. Καλαμπάκας
134
42131 ΤΡΙΚΑΛΑ
τηλ: +30 24310 72132
Γι’ αυτό αγαπάμε την Ελλάδα! Και
δεν είμαστε ούτε εθνικιστές και πολύ περισσότερο δεν είμαστε σοβινιστές.
Είμαστε διεθνιστές, αγαπούμε τους λαούς και το δείξαμε σε όλη την
οικουμένη και σε όλους τους αιώνες. Και αυτό που ενστικτωδώς διδαχτήκαμε το
οφείλουμε στην πατρίδα μας. Γι’ αυτό την αγαπάμε, γι’ αυτό την πονάμε και τη
λατρεύουμε πιότερο από οποιοδήποτε Θεό, «οργανισμό», «σύμμαχο», «φίλο»,
ελληνικό κόμμα, Έλληνα κυβερνήτη, «εθνάρχη» ή κομματάρχη. Γιατί η Ελλάδα
είμαστε Εμείς και γιατί η Ελλάδα δε μας πλήγωσε ποτέ!
*
*
*
*
*
*
Στις στρωματοποιημένες πολιτείες του κόσμου απ’ τις ληστρικές επιδρομές
του μεγάλου κεφαλαίου, η πορεία του χρεοκοπημένου συστήματος, του οποίου με
ποικιλόμορφα καμουφλάζ προσπαθούν να καλύψουν και να επιβραδύνουν τη δύση του,
στην Παγκόσμια Ημερήσια Διάταξη τίθεται ακατόρθωτο και αφύσικο.
From: Vaios Fasoulas
[mailto:pelasgos@fasoulas.de]
Sent: Thursday, October 26, 2017 1:59 AM
To: 01 - USA - NTENHS KONTARINHS; A 01 - CHRHSTOS FASOULAS; A 01 - ASHMINA STERGIOPOULOY; ostriavivlio@gmail.com; A 01 - MHTROPOYLOY SMARAGDH; A 01 - STERGIOPOYLOS HLIAS; DS THS EELSPH - 1 ELEYTERIA MPELMPA; 'Vaios Fasoulas'; EELSPH - DHMHTRHS ZAXAROPOYLOS -ATHNA; DS THS EELSPH - XRISTINA - ARGENTINH; EELPSH - ROYLA IOANNIDOY - KYPROS; EELSPH - GABRIEL PANAGIWSOYLHS; EELSPH - ERMA BASILEIOY 2; EELSPH - ERMA BASILEIOY - AYSTRALIA; EELSPH - GIOTA STRATH; EELSPH - KAPSALHS TED HPA; EELSPH - KONTOMERKOY BANA -USA; EELSPH - KYRIAKOS KAI NTINA AMANATIDOY; EELSPH - MARKOS SINODINOS; piperis.nick@gmail.com; EELSPH - SEBASTH MPOYTOY; EELSPH - TEGOY ELENH; A 01 - TRIGONHS DHMHTRIOS; troaditisdimitris@gmail.com; A 04 - ΑSPA PAPAKONSTANTINOY
Subject: Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν' ανατέλλει. Ο ήλιος μου, όχι, δεν είναι ο ίδιος με του γείτονα! Αυτός είναι ο δικός μου ήλιος, είναι αυτός που βγαίνει δειλά, δειλά πίσω απ' τη οροσειρά του καλόν-όρου, και τον χειμώνα πίσω απ'
Importance: High
Sent: Thursday, October 26, 2017 1:59 AM
To: 01 - USA - NTENHS KONTARINHS; A 01 - CHRHSTOS FASOULAS; A 01 - ASHMINA STERGIOPOULOY; ostriavivlio@gmail.com; A 01 - MHTROPOYLOY SMARAGDH; A 01 - STERGIOPOYLOS HLIAS; DS THS EELSPH - 1 ELEYTERIA MPELMPA; 'Vaios Fasoulas'; EELSPH - DHMHTRHS ZAXAROPOYLOS -ATHNA; DS THS EELSPH - XRISTINA - ARGENTINH; EELPSH - ROYLA IOANNIDOY - KYPROS; EELSPH - GABRIEL PANAGIWSOYLHS; EELSPH - ERMA BASILEIOY 2; EELSPH - ERMA BASILEIOY - AYSTRALIA; EELSPH - GIOTA STRATH; EELSPH - KAPSALHS TED HPA; EELSPH - KONTOMERKOY BANA -USA; EELSPH - KYRIAKOS KAI NTINA AMANATIDOY; EELSPH - MARKOS SINODINOS; piperis.nick@gmail.com; EELSPH - SEBASTH MPOYTOY; EELSPH - TEGOY ELENH; A 01 - TRIGONHS DHMHTRIOS; troaditisdimitris@gmail.com; A 04 - ΑSPA PAPAKONSTANTINOY
Subject: Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν' ανατέλλει. Ο ήλιος μου, όχι, δεν είναι ο ίδιος με του γείτονα! Αυτός είναι ο δικός μου ήλιος, είναι αυτός που βγαίνει δειλά, δειλά πίσω απ' τη οροσειρά του καλόν-όρου, και τον χειμώνα πίσω απ'
Importance: High
Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν’
ανατέλλει.
Ο ήλιος μου, όχι, δεν είναι ο ίδιος με του γείτονα! Αυτός
είναι ο δικός μου ήλιος, είναι αυτός που βγαίνει δειλά, δειλά πίσω απ’ τη
οροσειρά του καλόν-όρου, και τον χειμώνα πίσω απ’ τα βουνά της Ιθάκης, ακριβώς
απέναντι απ’ τα Μαρκάτα, απ’ το παράθυρό μου, το παράθυρο του πατρογονικού μου
σπιτιού, εκεί όπου πρωτοανάπνευσαν, είναι αυτός που με θάμπωνε κι έκλεινα τα
μάτια μου, όταν ευτυχισμένο μωρό θήλαζα της μάνας μου το γάλα... είναι αυτός,
που με θώπευε με τις ακτίνες του στα κρύα του χειμώνα, είναι αυτός που μεγαλώσαμε
μαζί….
Βάιος Φασούλας
Ε.Ο. Καλαμπάκας
134
42131 ΤΡΙΚΑΛΑ
τηλ: +30 24310 72132
Γι’ αυτό αγαπάμε την Ελλάδα! Και
δεν είμαστε ούτε εθνικιστές και πολύ περισσότερο δεν είμαστε σοβινιστές.
Είμαστε διεθνιστές, αγαπούμε τους λαούς και το δείξαμε σε όλη την οικουμένη
και σε όλους τους αιώνες. Και αυτό που ενστικτωδώς διδαχτήκαμε το οφείλουμε
στην πατρίδα μας. Γι’ αυτό την αγαπάμε, γι’ αυτό την πονάμε και τη
λατρεύουμε πιότερο από οποιοδήποτε Θεό, «οργανισμό», «σύμμαχο», «φίλο»,
ελληνικό κόμμα, Έλληνα κυβερνήτη, «εθνάρχη» ή κομματάρχη. Γιατί η Ελλάδα
είμαστε Εμείς και γιατί η Ελλάδα δε μας πλήγωσε ποτέ!
*
*
*
*
*
*
Στις στρωματοποιημένες πολιτείες του κόσμου απ’ τις ληστρικές επιδρομές
του μεγάλου κεφαλαίου, η πορεία του χρεοκοπημένου συστήματος, του οποίου με
ποικιλόμορφα καμουφλάζ προσπαθούν να καλύψουν και να επιβραδύνουν τη δύση του,
στην Παγκόσμια Ημερήσια Διάταξη τίθεται ακατόρθωτο και αφύσικο.
Στην 5η
Ανθολογία της ΕΕΛΣΠΗ
O Γαβριήλ
Παναγιωσούλης, ΗΠΑ
Εκδόσεις
Όστρια, Αθήνα 2017
«Γιεεεεεε μουυυ!!» ακούγεται η
μακρόσυρτη φωνή που κάθε φορά, ανάλογα με τα συμβάντα, δίνει την ανάλογη
ερμηνεία: χαρά, λύπη, αισιοδοξία, απογοήτευση. Τα αφουγκράσματα του απανταχού
ελληνισμού, που ως δυσοίωνοι απόηχοι φτάνουν στ’ αφτιά μας, δεν μας αφήνουν
αδιάφορους και αμέτοχους, όσο ο πολιτισμός μας, η ιστορία μας και όλες οι αξίες
του τόπου μας μεταβάλλονται σε προσάναμμα πυρός.


Ο Γαβριήλ Παναγιωσούλη
γεννήθηκε στην Πύλαρο Κεφαλλονιάς, το 1933, μεγάλωσε στην κοινωνία της παγκοσμιότητας,
γυρνώντας σα ναυτικός όλο τον κόσμο. Σήμερα ζει με την οικογένειά του στην Νέα
Υόρκη από όπου μετανάστευαν από την Γουατεμάλα,
όπου ζούσαν… Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Επιτροπής Πρωτοβουλίας για την
Ένωση Ελλήνων Συγγραφέων Πέντε Ηπείρων. Έχει πάρει μέρος με γραπτά του στις προηγούμενες
Ανθολογίες της ΕΕΛΣΠΗ, επίσης έχει εκδώσει και αρκετά βιβλία, δυο από αυτά στην
Αθήνα.
* * * *
(Αποσπασματική παρουσία
του έργου Ελευθερία Μπέλμπα)
Short Stories
Μικρά διηγήματα από όλο τον κόσμο
Ο ήλιος της Πυλάρου, εξακολουθεί ν’ ανατέλλει.
Ο ήλιος μου, όχι, δεν είναι ο ίδιος με του
γείτονα! Αυτός είναι ο δικός μου ήλιος, είναι αυτός που βγαίνει δειλά, δειλά πίσω
απ’ τη οροσειρά του καλόν-όρου, και τον χειμώνα πίσω απ’ τα βουνά της Ιθάκης, ακριβώς
απέναντι απ’ τα Μαρκάτα, απ’ το παράθυρό μου, το παράθυρο του πατρογονικού μου σπιτιού,
εκεί όπου πρωτοανάπνευσαν, είναι αυτός που με θάμπωνε κι έκλεινα τα μάτια μου, όταν
ευτυχισμένο μωρό θήλαζα της μάνας μου το γάλα... είναι αυτός, που με θώπευε με τις
ακτίνες του στα κρύα του χειμώνα, είναι αυτός που μεγαλώσαμε μαζί. Είναι αυτός που
με το κρύο του χειμώνα έτρεχα να καθίσω απέναντί του να με ζεστάνει. Η μόνη θερμότητα
που υπήρχε! Είναι αυτός που χρύσωνε τις θημωνιές, είναι αυτός όπου ωρίμαζε τα στάχυα.
Είναι αυτός που κλαίγαμε μαζί όταν κρυβόταν πίσω απ’ τα σύννεφα, είναι αυτός όπου
με το φως του έμαθα γράμματα, είναι αυτός όπου μου δώρισε κι εξακολουθεί να μου
δωρίζει τη σκιά μου, την πιο πιστή σύντροφο της ζωής μου. Είναι αυτός που με περιμένει
να με ξαναδεί κάθε καλοκαίρι. Να χαρώ τα βουνά, τη θάλασσα, τον κάμπο, τις πέτρες,
να μαζέψω λουλούδια, να τρέξω, να ιδρώσω, και τελευταία να με πάρει στην αγκαλιά
του, τρέχοντας προς τη δύση, να μετρώ όπως τότε την απόσταση από την απέναντι βουνοκορφή
πρώτα με την οργιά, μετά με τη σπιθαμή, μέχρι να δύσει, να χαθεί, να κοιμηθούμε
μαζί στης νύχτας την αγκαλιά. Είναι τόσο δα λίγο αυτό που ζητώ, μια απλή σύνδεση
με τα περασμένα, ένας άκοφτος ομφάλιος λώρος, ο ήλιος της Πυλάρου, ένα αιώνιο φωτισμένο
μονοπάτι ελπίδας, όπου κάποτε μωρό μπέρδευα τα όνειρά με την φαντασία, πλέοντας
με βάρκα στο λευκό ποτάμι του γαλαξία της νύχτας.
Πέρασαν τα χρόνια, σήμερα ξαναγυρίζω στα παλιά
μου λημέρια... ο ίδιος ήλιος με καλωσορίζει, αλλά υπάρχει μια ερημιά που με φοβίζει.
Τι απέγιναν οι τότε κάτοικοι, τι απέγιναν οι γείτονες, οι φίλοι; Οι περισσότεροι
έφυγαν με βάρκα στον Αχέροντα. Οι εναπομείναντες σκορπίστηκαν λες και ήταν άχερα
από θημωνιά, που αλώνιζαν τ’ άλογα για να κατακάτσει το σιτάρι στο αλώνι, άχερα
που πήρε ο άνεμος και τα σκόρπισε μακριά του, λες και ήταν μια κάποια προφητεία
να ερημώσει, το χωριό, λες και δεν χωρούσαν στον τόπο μας.
Σήμερα έσβησαν τα όνειρα, κι εμείς σαν οι
τελευταίοι προσκυνητές στον τόπο που γεννηθήκαμε σ' αυτόν που αγαπήσαμε, τόσο θωρούμε
τα ερείπια, τις πινακίδες σπαρμένες σε κάθε γωνιά «πωλείται» , και ξαναφεύγουμε
με μια πίκρα στην καρδιά. Χάσαμε το παρελθόν μας, χάσαμε την ταυτότητά μας, και
ξαναγυρνάμε σαν έρμαιο σαπιοκάραβο που κλυδωνίζεται από τα κύματα της παγκοσμιότητας.
Ο
Φοίνικας
Όχι άνθρωπέ μου, όχι δεν μας ενδιαφέρουν τα
βιβλία σου, οι ατομικές ιστορίες σου. 'Ολοι μας έχουμε ο καθένας τις δικές του!
Άντε λοιπόν να γράψεις καμιά νουβέλα, να δακρύσει κάνα γυναικείο μάτι, να τις πουλήσεις
βρε αδερφέ, να κάνεις και χαρτζιλίκι, Νέα Υόρκη είναι αυτή.
-Μα κυρία μου…, εγώ δεν γράφω ατομικές ιστορίες.
Απλώς παρατηρώ την ανθρώπινη συμπεριφορά. Μετρώ τα φτερουγίσματα της μύγας πριν
πιθώσει τ’ αυγά της σ’ ένα ώριμο σύκο. Ακολουθώ το μονοπάτι των μερμηγκιών, παρατηρώ
τα κομμένα φύλλα, σκοτώνω την μοναξιά μου με το να ονειρεύομαι, αναζητώ αυτό που
ο πολύς κόσμος δεν καταλαβαίνει. Ένα ξεφύλλισμα μαργαρίτας, μια κόκκινη παπαρούνα,
ένα μπουμπούκι που ανοίγει, μια μυρωδιά καμένου ξύλου, ένα καπνό από καπνοδόχο.
Όχι, δεν πρόκειται να εκλεχθεί πάπας αλλά ένα φαγητό από παδέλα με σπιτίσια γεύση.
Μια τσίγκινη σκεπή που ν’ ακούγεται η βροχή, εκεί όπου υπάρχει ένας κρυφός πόθος,
μια ματιά, έναν άγγελο κάτω στη γη. Μα κι αυτή η μοναξιά πόσο με απομονώνει, θεέ
μου, τόσο ακατανόητος είμαι;
-Αν το χαρτί είχε ψυχή θα ήταν μουσκεμένο,
αλλά αυτό με γνωρίζει αγαντάρει ό,τι και να του βάλω, πάλι, δεν ξέρω, λέτε να έχει
ψυχή;
Μετά, μοιάζει με καθρέφτη, ένα χαρτί που πάνω
του καθρεφτίζεσαι. Όχι! Οι άλλοι δεν το βλέπουν αλλά εσύ το κοιτάς και αναγνωρίζεις
τον άνθρωπο ο οποίος είναι ο εαυτός σου, φτάνει πια, το πρωτότυπο έγινε ατομικό.
Το ξέσπασμα της μοναξιάς μου κουρελιασμένο, τυλιγμένο σε μια κόλα χαρτί. Θεέ μου,
οι τόσοι και τόσοι άνθρωποι που κάναμε παρέα, οι δεκάδες, οι εκατοντάδες, χάθηκαν,
φύγανε, η τσίγκινη σκεπή ερήμωσε, συνεπαίρνοντας και τους αγγέλους, κι εγώ κάθε
στιγμή αισθάνομαι τους αόρατους ανθρώπους, που μόνο στην φαντασία μου έχουν μείνει,
παρέα με αυτούς σαν φοίνικας ξανάρχομαι στη ζωή και τότε μαζευόμαστε πολλοί.
- Όχι, επιμένω, όχι! Μόνο η πένα και το χέρι
που την κινεί είναι ατομικά. Τα γεννοβολήματά της, μαζικά, πρωτότυπα, ανθρώπινα,
παγκόσμια, είναι αυτά που μένουν όταν εμείς θα έχουμε φύγει…
Ένας σταθμός, στο Πουθενά
Το τραίνο σφύριζε ένα συρτό ουρλιαχτό, η ατμομηχανή
ξέρναγε καπνό, κόκκοι μαύρης κάπνας αιωρούνταν στον αέρα και κόλλαγαν στα ιδρωμένα
πρόσωπα των ανθρώπων αυτών που ταξίδευαν. Άνθρωποι του λαού, με μπογαλάκια στην
πλάτη τους, με δίχτυα από τροπικά φρούτα, με μπανάνες, με κοτόπουλα δεμένα από τα
πόδια, άλλα σε κλουβιά, τα οποία έσκουζαν λες και τους έβανες το μαχαίρι στο λαιμό,
όλοι αυτοί πήγαιναν για την πρωτεύουσα, ή τους ενδιάμεσους σταθμούς. Ο χώρος στο
δάπεδο του βαγονιού ήταν γεμάτος από τα συμπράγκαλα αυτά, που ανάμεσά τους πηδούσαν
γυναίκες πουλώντας μαύρο καφέ με ζάχαρη ή ζεστό κακάο. Οι επιβάτισσες γυναίκες είχαν
δεμένα με φασκιές στην πλάτη τα μωρά τους, όταν καθόταν, αν υπήρχε κάθισμα, τα έφερναν
μπροστά στο στήθος τους, άνοιγαν την σχισμή της μπλούζας τους και τα βύζαιναν, ώστε
να σταματήσουν το κλάμα. Οι άντρες με τα πλατύγυρα ψάθινα καπέλα τους έκρυβαν το
λιγοστό φως που υπήρχε στο βαγόνι. Ακουγόταν ο ρυθμικός χτύπος της ατμομηχανής και
από τα παράθυρα φαινόταν ο ασπρόμαυρος καπνός που έτρεχε κι αυτός αντίθετα από το
τραίνο.
Καθισμένος στριμωγμένος σ’ ένα ξύλινο παγκάκι
ονειρευόμουν τον εαυτό μου πρωταγωνιστή καουμπόικης ταινίας του περασμένου αιώνα
και όλοι αυτοί οι συνταξιδιώτες μου κομπάρσοι· ήμουν ο πρωταγωνιστής, και περιέργως
αισθανόμουν ευτυχισμένος. Το άγνωστο, το απρόοπτο μ' ενθουσίαζε, καθώς οι συνεπιβάτες
μου με κοίταζαν περίεργα, έβλεπα τον εαυτό μου να ξεχωρίζει, ίσως να με θεωρούσαν
κανένα ιεροκήρυκα Ευαγγελιστή, από αυτούς που αφθονούν σε αυτά τα μέρη, οι οποίοι
πασχίζουν να σώσουν τις ψυχές των ιθαγενών ή ας πούμε κανένα ανθρωπολόγο, που ψάχνει
να βρει στάχτες και κόκκαλα. Κανείς δεν ήξερε ότι ο προορισμός μου ήταν ένας σταθμός
στην τροπική ζούγκλα, στο μέσον του πουθενά.
Εκεί με περίμενε η Ούλντα για να ζήσουμε μακριά
από το μίασμα του πολιτισμού μας, όπως οι πρωτόπλαστοι. Ήταν αυτή η απλότητα, αυτή
η ελευθερία σώματος και νου, να τα κουμαντάρεις όπως εσύ θέλεις, χωρίς υποχρεώσεις,
χωρίς την έγνοια του αύριο, αλλά να ζεις μόνο για το σήμερα, ήταν αυτό που με ενθουσίαζε.
Ήταν μια καινούργια ζωή, έτσι όπως την έπλασε ο πλάστης, κάτι σαν τον κήπο της ΕΔΕΜ
χωρίς τον απαγορευμένο καρπό, μα και χωρίς το φίδι. Τα μόνα που ήταν οι νυχτερίδες
τη νύχτα πετούσαν γύρω μας, λες και ήταν ψυχές, μετά τα όρνεα αυτά τα πουλιά έκαναν
κάθετες εφορμήσεις σε οτιδήποτε κινούταν κι ένας γείτονας, οπαδός μιας θρησκευτικής
αίρεσης, μας έφερε πεσκέσι κρέας από αγριογούρουνο που είχε σκοτώσει. Α! Ναι, υπήρχαν
και ιγκουάνα, αυτά τα άκακα ζώα. Οι ντόπιοι μας κάλεσαν σε τραπέζι, την φάγαμε κοκκινιστή
με 'ατσιότε', κάτι σαν πάπρικα.
Μετά τα ψάρια της λίμνης, άφθονα, σκάβαμε
στις ρίζες από μπανανιές βγάζαμε σκουληκάκια για δόλωμα, όσα ψάρια μας περίσσευαν
τα κάναμε λιαστά με αλάτι. Για νερό αποβραδίς ανοίγαμε έναν λάκκο, τον σκεπάζαμε
με φύλλα μπανανιάς, το πρωί ήταν γεμάτος γάργαρο τρεχούμενο νερό.
Τις
νύχτες τ’ αστέρια μας έστελναν το φως τους σαν ουράνιες πυγολαμπίδες κι εγώ έβλεπα
τον κόσμο μου στις θάλασσες των ματιών της. Ο ήλιος στην αρχή της ημέρας μας θώπευε,
μετά μας τσουρούφλιζε, οι φυλλωσιές των δένδρων μας προστάτευαν, τα ρυάκια μας δρόσιζαν.
Οι σταγόνες της βροχής χάραζαν στα μάγουλά μας την υπογραφή μιας παντοτινής αφοσίωσης.
Η φωλιά μας ήταν ο παράδεισός μας. Αυτή η
πράσινη ευτυχία είχε γεμίσει τις καρδιές μας. Πόσο καιρό κράτησε μα μόνο τρεις μήνες,
μετά αποζήτησα τον πολιτισμό, την μολυσμένη ατμόσφαιρα, την ηχορύπανση, τον ηλεκτρισμό,
τους ανθρώπους, τα πάθη τους.
Ο Α ρ ι θ μ ό ς
Περπατώντας την ανηφόρα της ζωής μου, κάποια
στιγμή σταμάτησα ν’ ανασάνω. Ο κόσμος βάδιζε δίπλα μου αδιάφορος, τα λεωφορεία γεμάτα
κόσμο έμοιαζαν σαν τεράστιες κινούμενες κιβωτοί, περνούσαν πολύ κοντά μου, σχεδόν
με άγγιζαν, τ’ αυτοκίνητα κορνάριζαν, κι εγώ σαν αποβλακωμένος άνοιγα το στόμα μου
να πάρω μια πιο βαθιά ανάσα, να γεμίσω τα πνευμόνια μου με αέρα από βρώμικες αναπνοές
ανακατωμένες με καυσαέριο, για να μπορώ να συνεχίσω το περπάτημά μου. Ο εαυτός μου
πήγαινε για μπάρκο στα γραφεία της κάτω πόλης της Νέας Υόρκης. Είχε βγει φήμη στην
πιάτσα των ξέμπαρκων στον 47ο δρόμο, ότι ένα βαπόρι έκανε πλήρωμα. Είχα πάρει την
διεύθυνση εκεί κάπου στο Broadway.
Ο υπόγειος γεμάτος ανθρώπους, ο κόσμος πολύς...με
συνεπαίρνουν με σπρώχνουν, ούτε κατάλαβα πώς βρέθηκα μέσα. Οι πόρτες κλείνουν, χέρια
σηκωμένα κρατώντας τις χειρολαβές, σάρκες πλαδαρές, μασχάλες που βρωμούν, κορμιά
χοντρά, αδύνατα σαρδελοποιημένα. Ανοίγει η πόρτα με σπρώχνουν έξω, αναπνέω την δροσιά
του ποταμού, παίρνω θάρρος, πατώ το χρυσό κουμπί στον ανελκυστήρα. Να τα εφοπλιστικά
γραφεία! Μπαίνω λαχανιασμένος:
-Ζητώ δουλειά! Άκουσα ότι ζητάτε πλήρωμα,
θαλαμηπόλο. Λοιπόν, εδώ είμαι, είπα.
Ούτε ρώτησα μισθό συνήθως σου έλεγαν συλλογική
σύμβαση... ούτε τη σημαία του πλοίου, μου είπαν. Το όνομα του Βαποριού, Εβυσίνθια,
του Μαρκεσίνη, Κεφαλλονίτικο, ούτε αν ήταν στο Ν. Α. Τ. Αυτό που ήθελα ήταν δουλειά.
-Ναι βεβαίως χρειαζόμαστε πλήρωμα. Αλλά με
κοίταξε έτσι κάπως παράξενα, θα με είδε μικροκαμωμένο, αδύνατο, μπακανιάρη σκέφτηκα.
Αλλά, μου λένε στο γραφείο:
-Πρέπει να μπαρκάρεις υπό δοκιμή κι αν αρέσεις
του καπετάνιου τότε θα σε βάλει Chief Steward,
-Ε! όχι κι έτσι είπα, δεν γίνεται. 'Εφυγα
και γύρισα στο ξενοδοχείο.
Ο χρόνος των 29 ημερών άδειας παραμονής με
πίεζε, έψαχνα για διέξοδο. Βλέπω στη σημερινή εποχή στις γωνίες των δρόμων της Νέας
Υόρκης, και ειδικώς έξω από τις μάντρες οικοδομικών υλικών τους λαθραίους, ως επί
το πλείστων Μεξικάνους, να σε κοιτούν στα μάτια και να σε ρωτούν αν χρειάζεσαι εργάτες.
Όχι, δεν σου ζητούν ασφάλεια ούτε την ανύπαρκτη ασφάλεια ασθενείας ή δικαιώματα
σωματείου. Απλώς ένα μεροκάματο. Θυμήθηκα μπουλούκια από εμάς ναυτικούς που κατεβαίναμε
στα γραφεία της κάτω πόλης του Μανχάταν, μπαίναμε και ρωτούσαμε, we are looking
for employment! Και όχι μόνο στα ελληνικά εφοπλιστικά αλλά και στα ξένα, συνήθως
ολλανδικά ή σκανδιναβικά και πειρατικά, όχι σε αμερικάνικα γιατί αυτά είχαν σωματείο!
Η Νέα Υόρκη ήταν πόρτο-μαρίνα δεκαετίες του
1950-60 κι εμάς, σαν ανεπιθύμητους, μας κυνηγούσε και η μεταναστευτική υπηρεσία.
Έτσι έζησα πολλά χρόνια, τα οποία έχουν αφήσει ίχνη πεζοδρομίου που δεν μου επιτρέπεται
να τα ρίξω στη λήθη του παρελθόντος. Είναι το δικό μου πανεπιστήμιο. Τότε χάνεται
ένα κομμάτι του εαυτού μου. Παίρνοντας ως παράδειγμα την τότε ζωή, βλέπω ότι τότε
είμαστε εμείς, οι λαθραίοι, οι ζητιάνοι, σήμερα είναι οι λατινοαμερικάνοι, αύριο
κάποια άλλη φυλή, ο κύκλος της ζωής για να ολοκληρωθεί μια σε φέρνει από κάτω μια
από πάνω.
Τα
χρόνια πέρασαν· διαβήκανε· ο καθένας μας κάπου έβαλε ρίζες, άνθισε κλαριά, με κοπιαστική
εργασία ήρθε μια αναγνώριση στην θετή πατρίδα. Επιτέλους έγινες ένας νόμιμος αριθμός.
Το κατεστημένο σε αναγνωρίζει μόνο με τον
αριθμό σου. Εκεί πρόσθεσαν και τον δικό σου, σ’ ένα καζάνι όπου βράζει η αφομοίωση.
Ό, τι και να έχεις περάσει στη χώρα που ζεις, ό, τι και να έχεις προσφέρει για την
κοινωνία, δεν είσαι γι’ αυτούς παρά ένας αριθμός μ’ ελληνική προφορά, τόσο ελληνική
που σε ξαναρωτούν για να σιγουρευτούν ότι είσαι ένας νόμιμος αριθμός, ένας αριθμός
χαμένος μέσα σε τόσους άλλους, άγνωστους αριθμούς. Κι όταν πεθάνεις, πεθαίνει ένας
αριθμός.
Στη γη όπου τα κίτρινα λουλούδια αναζητούν
τον ήλιο
Τα τζαμένια παραθυρόφυλλα κλειστά. Καθισμένος
μπρος στο λαβομάνο με ανοιχτό ένα βιβλίο, ένα βιβλίο πολύ παλαιό που είχα βρει καταχωνιασμένο
στο κατώι, προσπαθούσα να διαβάσω. Διάβαζα ιστορίες της αρχαίας μας κληρονομιάς,
αλλά προπαντός ιστορίες κι ανδραγαθήματα των Ελλήνων για την απελευθέρωση από τους
Τούρκους εις μία γλώσσα καθαρεύουσα, όπου λόγιοι και συγγραφείς του 19ου
αιώνα προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν την ψυχολογία των Ελλήνων και να αναλύσουν τα
μύρια προβλήματα του ελληνικού έθνους. Ονομάζω μερικούς από τους παίρνοντας μέρος:
Κοραής, Τρικούπης, Βαλαωρίτης, Φ. Σκούφος, Ραγκαβής, Α. Σούτσος, Αχ. Παράσχος, Παπαρρηγόπουλος,
Ζαλοκώστας κλπ…
Η εγκύκλιος του υπουργείου εκκλησιαστικών
και δημοσίας εκπαίδευσης φέρει ημερομηνία: Εν Αθήναις τη 21η Νοεμβρίου 1884. Οι
πατεράδες μας έμαθαν γράμματα με αυτό, εμείς όχι. Εμείς το χρησιμοποιούσαμε και
σαν σημειωματάριο, πάνω του γράφαμε τα νούμερα όταν παίζαμε κοντσίνα, από έλλειψη
χαρτιού.
Έξω χιόνιζε, σήκωνα το βλέμμα προς τον ουρανό
και έβλεπα τις νιφάδες του χιονιού να πέφτουν σαν στάχτη. Όταν ήταν μικρές τις ονομάζαμε
στουπουλίδα κι όταν ήταν μεγάλες πλατομαντήλα. Η ζεστή του σπιτιού ατμόσφαιρα θερμαινόταν
από τα κούτσουρα που καίγονταν στην κουζίνα κι από έναν κουβά με αναμμένα κάρβουνα
-το ονομάζαμε μαγκάλι- μα και από την παρουσία της μάνας, η οποία δημιουργούσε μια
οικογενειακή θαλπωρή. Πάντα είχε μια «παδέλα» (πήλινο τσουκάλι) στη φωτιά, έστω
και με «πουλέντα» κουρκούτι. Ο πατέρας πήγαινε βόλτα στο καφενείο.
Όχι, δεν είχαμε παιχνίδια μα ούτε και ηλεκτρισμό·
σαν βράδιαζε χωνόμαστε κάτω από τις κουβέρτες να ζεσταθούμε, το φως του λύχνου κι
αυτό τρεμόσβηνε από τα χάδια του αέρα καθώς περνούσε απ’ τις ρωγμές της σκεπής που
πάνω της ξεκουραζόταν τα «γύφτικα» κεραμίδια. Για να διαβάσεις κάτι δεν υπήρχε αρκετό
φως, μα ούτε και βιβλία, εκτός ένα χοντρό σχολικό ξεφτισμένο με τίτλο «Άπασα-Ύλη».
Α! Κι ένα παλιό περιοδικό το «Μπουκέτο», το οποίο μας έδινε δανεικό κάποιος γείτονας,
ραμμένα πολλά φύλλα μαζί με σπάγκο βενέτικο, διαβάζαμε δημοσιεύματα του Σταμ Σταμ,
κωμικές ιστορίες φραντέζων από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης του Α` Παγκοσμίου Πολέμου.
Τα βράδια όλα τα παιδιά λέγαμε παραμύθια.
Με αυτά τα παραμύθια αποκοιμόμαστε, πάντα με τη λαχτάρα, με την αμφιβολία, αν εμείς
θα γινόμαστε κάποτε μέρος των παραμυθιών μας. Μοιάζαμε σαν μια πρωτότυπη πηγή παραμυθιών
Ελληνικού Χ. Κ. Άντερσεν, που όμως δεν καρποφόρησε.
Ένα καντήλι κι αυτό έκαιγε νυχτιάτικα, σημάδι
ότι κατοικούσαν άνθρωποι. Με το πολύ κρύο η μάνα γέμιζε μπουκάλες ζεστό νερό και
τις έβαζε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, ώστε να ζεσταίνουμε τα πόδια μας. Μετά κάπως καλυτέρεψε
η κατάσταση, ερχόταν και το περιοδικό «Θησαυρός» με τη Χοντρή και το Ζαχαρία στο
οπίσθιο εξώφυλλο, με νουβέλες της Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, με το Έλληνες
και ξένοι κατάσκοποι στην Ελλάδα του Ι. Β. Ιωαννίδη, την Μαντάμ Σουσού, η πυργοδέσποινα
του Βύθουλα, του Ψαθά, άρθρα του Παπαδάκη, ή Παπαδούκα, το Εκείνος κι Εκείνη του
Χαιρόπουλου, κλπ…
Ένα και μοναδικό περιοδικό έκανε το γύρο του
χωριού. Η ίδια κατάσταση επικρατούσε και μετά, ούτε ηλεκτρισμός, ούτε τρεχούμενο
νερό, ούτε τίποτα, μέχρι που φύγαμε για να κατακτήσουμε τα όνειρα, αυτά που μας
νανούριζαν σαν παραμύθια, στο κρύο του χειμώνα.
…
|
Απαλλαγμένο από ιούς. www.avast.com
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου