Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021

FW: Η ΜΑΥΡΗ ΓΑΤΑ

 FW: Η ΜΑΥΡΗ ΓΑΤΑ 

Εισερχόμενα

iliop@otenet.gr

12:37 π.μ. (πριν από 15 ώρες)
προς ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΕΙΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΙΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟHellenicΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΕΙΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΚΗΡΑΔΙΟΕΡΟΔΟΣΡΑΔΙΟ'ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΚΩΣΤΑΣΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΦΡΑΔΙΟΡΑΔΙΟ'ΒΟΣΤΩΝΗΕΦΗΜΕΡΙΔΑ-ΡΑΔΙΟΜΠΟΥΕΝΟΣΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΕΙΔΙΚΟΣΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣΟΥΑΣΙΝΓΚΤΩΝΕλληνικήDimitriosΝΙΚΟΣΕΦΗΜΕΡΙΔΑSARAS'ΣΟΥΛΑΓΙΑΝΝΗΣGeorgiosELENIGALANIS2002ΣΠΥΡΟΣΠΑΝΤΕΛΗΣΓΙΩΡΓΟΣΑΓΓΕΛΟΣIOANNIS_ARAVANIS΄ΓΕΩΡΓΙΟΣΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΝ΄ΠΑΡΑΓΩΝΕΞΑΓΩΓΕΣMARIAARGIROUΦKLIO.DENARDOU39΄ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ'ΕΛΕΝΗPENELOPETSIKhecstavrakakisMIMAS56ΡΑΝΙΑ΄ΓΙΑΝΝΗΣ΄ΓΙΑΝΝΗΣILIOPΦΑΛΕΞΑΝΔΡΑINTERNATIONALΓΕΩΡΓΙΟΣCHRISTINAΕΥΓΕΝΙΑΜΑΡΙΖΑΔΗΜΗΤΡΑΦPMAROULA

 

 

From: iliop@otenet.gr <iliop@otenet.gr>
Sent: Tuesday, October 26, 2021 12:23 AMKOSTH
To: iliop@otenet.gr
Subject: 
Η ΜΑΥΡΗ ΓΑΤΑ

 

Η ΜΑΥΡΗ ΓΑΤΑ

ΗΛΙΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ 28-8-05

Επικαιροποιημένη 25-10-21

Είχαμε στη γειτονιά μας μία γάτα,

κατάμαυρη, με μάτια κιτρινοκόκκινα φλογάτα.

Γρουσούζα, μοχθηρή, με δόντια σκοταδάτα,

Με μουστάκια πίσσα και σπαθάτα,

φάτσα, ουρά και πόδια αραπάτα.

ΟΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΕΒΛΕΠΕ ΠΡΩΪ – ΠΡΩΪ,

ΩΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΕΙΧΕ ΦΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ.

Ερήμωσε η γειτονιά απ’ τους θανάτους.

Επέθαινε ακόμη μ ΄ένα βλέμμα και τους γάτους.

Άδειασε η περιοχή, μέσα σε δύο μήνες.

Από τους πολλούς φευγάτους και τις ωδίνες.

Ζευγάρια για πάντα χωριζόντουσαν,                      

χήρες και χήροι πλέον μονάχα συναντιόντουσαν.

Και γλυκοχαιρετιόντουσαν, ίδιο πόνο διηγιόντουσαν.

Άλλαξε τόσο η ζωή, από μια γάτα που είδες το πρωί.

Γίνανε τρία νέα νεκροταφεία, που τα λένε κοιμητήρια,

Που δίνουν ζωή με τα τρισάγια στου τάφου τα μυστήρια,

Σβήνοντας αμαρτίες κι ατέλειωτα μαρτύρια,

στου άλλου Κόσμου, τα  «Άδηκα» (νέα λέξη) , κρατητήρια.

 Γίναν και τέσσερα νέα Γραφεία, που τα λένε Τελετών

Που δεν θα γινόντουσαν με προσπάθειες ούτε χιλίων ετών.

 Όλα αυτά τα θαυμαστά, από μια μαύρη γάτα, πρόσεξέ με:

 Που με τα μάτια της σούλεγε, αν τολμάς,  κοίταξέ με.

Αραιώσαμε, περιβάλλον παραδεισένιο και οικολογικό

Η γάτα λέμε, μας έκανε μεγάλο……ψυχικό.

Δεν είχε φτιάξει ακόμη ο Θεός, τον νέο μαύρο γάτο,

Που λέγεται κορωνοϊός, που μας μπαίνει από κάτω.

Να δούμε μέχρι πότε θα μπαίνει, πότε θα βγει,

Αφού περιοδεύσει και περιπλεύσει όλη τη Γη.

Αλλά ας γυρίσομε στα δικά μας, στην νέα γειτονιά μας,

Για να σας περιγράψουμε τη ματιά μας.

Κανείς δεν τολμούσε να βγει από το σπίτι

Με δίχως μάσκα και μαύρα γυαλιά ως τη μύτη.

ή να βγει το πρωί πριν από τις εννιά,

στην γατοπανικοβλημμένη γειτονιά.

Μήπως τυχόν στο δρόμο του τη συναντήσει

κι ως το βράδυ εις Κύριον έχει αποδημήσει.

Κανένας να την πλησιάσει δεν τολμούσε.

Ούτε που να το φαντασθεί μπορούσε.

΄Επρεπε να είχε ή της τρέλας το σημάδι

ή να είχε έλθει Αδαής από τον Άδη.

Όσοι απομείναμε ζωντανοί στη γειτονιά,

μαζευτήκαμε ένα βράδυ σε κρυφή γωνιά,

να πάρει ο καθένας την ευθύνη

και να δούμε με τη γάτα τι θα γίνει.

Πήγα κι εγώ με ύφος δολοφόνου,

Αλλά με έκδηλη τη ζωγραφιά του πόνου,

που δήθεν είχα εις το χέρι, από κάποιο καλοκαίρι.

Να ειπώ να επιμένω, το γνωστόν «έχε με παραιτημένο».

Είχα όμως αναμμένα τα λαμπάκια από οργή

και με περπατησιά ασήκωτη κι αργή.

Να κάνω πως πιστεύω σε προλήψεις,

Χωρίς να έχω βεβαίως ούτε τύψεις.

Μήτε να μου χτυπούν του γδικιωμού τα τέλια,

Που η γάτα μου είχε φάει,  δώδεκα κουνέλια. 

Με είδαν όμως έτσι γεμάτο μαύρο μίσος,

Και φάνηκε πως λέγαν όλοι ίσως:

Ιδού, ο νέος Ηρακλής που θα μας σώσει

Τη γάτα στο σακί, αυτός θα μας τη δώσει.

Και μου ανετέθη ομοφώνως και εν λευκώ,

στης μαύρης γάτας το κακό, το τέλος του να δώσω,

Εγώ τη γειτονιά, του Ηρακλέους σωσίας, να τη σώσω.

Οποία τιμή, επωμίδες και χρυσοπράσινα γαλόνια,

Στρατηγοί να τ΄ αποκτήσουνε, πολεμούν πενήντα χρόνια!

Βεβαίως όλα αυτά, για να είμαι ακριβής,

Τα δέχθηκα υπερηφάνως άνευ αμοιβής.

Εγώ όταν κάνω τέτοια πράγματα

Δεν ζητάω ανταλλάγματα.

Χάρηκα για την τιμή και την ανοησία.

Πάντα στη ζωή μου, είχα οδηγό την απρονοησία.

Κορδώθηκα ως άλλος αυτοκράτορας

και ένοιωσα σαν γατοπαντοκράτορας.

Χάϊδεψα τ ΄ανύπαρκτα τα φρεσκοξυρισμένα γένια μου

Αλλά άρχισε να με τρώει και μια μαύρη έννοια μου.

«Καλά τα φαρδομάνικα, μα τα φορούν οι δεσποτάδες»,

Που πας ρε κακομοίρη μου, εσύ δεν είσαι για καυγάδες.

Τη γάτα με ποιον τρόπο θα την πιάσω

Και πως θα τους την τσουβαλιάσω

Χωρίς τη ζωούλα μου να χάσω.

Σκεπτόμουν βιαστικά αλλά και με πάσο.

Εσφράγισα την απόφασή μου με κατάμαυρη σφραγίδα.

Εσχεδίασα πως θα κατασκευάσω την ανύπαρκτη παγίδα.

Βεβαίως την μέθοδό μου μην περιμένετε να σας προδώσω,

Προτού  με σήμα κατατεθέν να την κατοχυρώσω.

Και σαν νέος Ήφαιστος, θεός της πονηρίας,

Στα δίχτυα μου ετύλιξα τους όνυχας της γάτας της αγρίας.

Σπαρτάραγε και ούρλιαζε με γατοφωνάρες,

που άλλη φορά δεν άκουσα, ούτε σε αρχαίες κατάρες.

Έκλεισα τα μάτια μου, έσφιξα δόντια και καρδιά,

θυμήθηκα πώς οι γυναίκες,  γεννάνε τα παιδιά.

Και τρεμοχαιρόμουνα για τις δικές μου χάρες.

Αλλά συγκλονιζόμουνα κι από εφτά τρομάρες.

Άρχισα να την χτυπώ, όπως οι του χορού μαινάδες,

Τον Φιλόγονο σαν της Ερωφίλης μαννάδες.

Και είπα, δεν θα σε παραδώσω έτσι στο χάρο,

Αλλά με τα ίδια μου τα χέρια και θα σε γδάρω. 

Το δέρμα σου μαύρη γούνα να το κάνω

Τη δόξα μου να θυμάμαι μέχρι να πεθάνω.

Κι έτσι γδαρμένη, μια και μου ήτανε η ειμαρμένη,

Στους γείτονες θα σε παραδώσω,

την γειτονιά μου να  αλλάξω.

Κι όποιος δεν με πιστέψει

Χωρίς δεύτερη σκέψη, απάνω του θα σε πετάξω,

Και για να με πιστοποιήσεις, να τον κατουρήσεις.

Κ ας μούρχεται ρε μαύρη γατούλα μου……

Με μαύρο δάκρυ να σε κλάψω.

 

ΗΛΙΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου