Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΜΑΣ: Επιθανάτια και μεταθανάτια έθιμα



Επιθανάτια και μεταθανάτια έθιμα

Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΚΗΔΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΦΗΣ
Ἄς ἐξετάσουμε τώρα, ὅσο τό δυνατόν ἀκριβῶς λεπτομερέστερα, τά ἐπιθανάτια καί μεταθανάτια ἔθιμα τῶν ἀρχαίων προγόνων μας, τά ἔθιμα δηλαδή τῶν κηδειῶν, τοῦ ἐνταφιασμοῦ καί τῶν τάφων. Τά ἔθιμα αὐτά, περισσότερο ἴσως ἀπό κάθε ἄλλη κοινωνική ἐκδήλωση, δείχνουν τήν εὐγένεια τῆς ψυχῆς τοῦ Ἕλληνα. Πράγματι, ἐξαιρετικό χαρακτηριστικό τῶν Ἑλλήνων ἦταν ἡ εὐλάβεια στήν ἐκπλήρωση τῶν καθηκόντων πού ἐπέβαλε στούς ἐπιζῶντες μία πίστη γιά τόν θάνατο καί τούς νεκρούς, βαθύτατα ριζωμένη στήν καρδιά τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δηλαδή ὁ θάνατος ἦταν μία μακρά ἀποδημία καί μία αἰώνια ἐξορία, καί ὁ πεθαμένος, ἄν καί εἶχε πιεῖ ἀπό τό νερό τῆς λήθης, δέν μποροῦσε νά ἀποβάλλει τίς συμπάθειες καί τίς ὀρέξεις πού εἶχε στή ζωή.
Σέ ἄλλα ἔθνη τῆς ἀρχαιότητας βρίσκουμε μεγαλύτερη πομπή στίς κηδεῖες καί ἔθιμα πού διαδηλώνουν μέ πολύ μεγάλη βία τή θλίψη γιά τό θάνατο. Τή θλίψη αὐτή, πολλοί λαοί τήν ἐκδήλωναν μέ σωματικές κακώσεις καί ἄγρι­ους ἀκρωτηριασμούς, κάποτε μάλιστα ἔφτανε καί στήν ἀποτρόπαιη ἐκδήλωση τῆς αὐτοθυσίας. Ἀλλά ἡ ἤρεμη ἐκείνη εὐσέβεια, πού ἐπέβαλλε σάν ἕνα ἱερότατο καί προσφιλέστατο καθῆκον νά προσφέρουν oἱ συγγενεῖς καί oι φίλοι τήν τελευταία φιλόστοργη προσφορά στό νεκρό καί νά τοῦ δείχνουν κατόπιν μέ τήν περιποίηση καί τή διακόσμηση τοῦ τάφου του ὅτι οὐδέποτε τόν ξεχνᾶν, σέ κανένα ἄλλο ἔθνος δέν ἐξαίρετο τόσο ἔντονα καί τόσο ὡραία ὅσο στό ἑλληνικό. Ἄς παρακολουθήσουμε λοιπόν τά πένθιμα αὐτά καί δακρυστάλλακτα ἔθιμα, πού εἶναι συγχρόνως παραμυθητικά καί σχεδόν ἱλαρά γιά τήν ψυχική εὐγένεια πού τά χαρακτηρίζει, ἀρχίζοντας ἀπό τή στιγμή τοῦ θανάτου.
 Στήν ἀρχαία Ἑλλάδα ἡ  τελευταία ἐκδήλωση στοργῆς πρός τόν ἀγαπημένο πού ξεψυχοῦσε, ἀποχαιρετώντας γιά πάντα τόν ἀπάνω κόσμο καί τό φῶς τῆς ἐγκόσμιας ζωῆς, ἦταν νά τοῦ κλείσουν στοργικά καί εὐλαβικά τά μάτια καί τό στόμα. Ἡ ὡραία αὐτή συνήθεια διατηρεῖται καί σήμερα, ἀλλά χρονολογεῖται ἀπό τήν προϊστορική ἐποχή τῆς Ἐλ­λάδος. Στόν Ὅμηρο ἤδη ὁ Λαέρτης ὀδύρεται τόν δοξασμένο γιό του, τόν Ὀδυσσέα, γιατί οὔτε ἡ μητέρα τόν ἔκλαψε στολίζοντας τόν, οὔτε ἡ γυναίκα του, ἡ τετραπέρατη Πηνελόπη, τοῦ ἔκλεισε τά μάτια μοιρολογώντας τόν «γιατί αὐτό εἶναι τό γέρας (=προνόμιο) τῶν πεθαμένων». Ἀλλοῦ (Ὀδ. Λ. 424) ἡ σκιά τοῦ Ἀγαμέμνονος πού ἀνεβαίνει ἀπό τόν Ἅδη παραπονεῖται στόν Ὀδυσσέα ὅτι ἡ γυναίκα του, ἡ δολερή Κλυταιμνήστρα μέ τά σκυλίσια μά­τια, τόν ἐγκατέλειψε τήν ὥρα πού ξεψυχοῦσε καί δέν καταδέχτηκε νά τοῦ κλείσει τό στόμα, οὔτε νά τοῦ σφαλίσει τά βλέφαρα. Ἀλλοῦ πάλι (Ἠλιάδα Λ. 453) ὁ Ὀδυσσεύς, ἀπευθυνόμενος  σέ ἕναν Τρώα πού σκότωσε τόν Ἰππασίδη τοῦ λέει:
«Πᾶς, δόλιε, καί τά μάτια σου δέν θά τά κλείσει ἐσένα ἡ μάννα καί ὁ γέρο-γονιός, μόν' ὄρνια σαρκοφάγα θά σέ ξεσκίσουν γύρο σου χτυπώντας τίς φτεροῦγες , μά ἐγώ ἄν πεθάνω οἱ Δαναοί νεκρό θά μέ στολίσουν».
Ἀπό ὅλα αὐτά βλέπουμε ὅτι τo τελευταῖο αὐτό καθῆκον τό ἐκτελοῦσαν οἱ πλησιέστεροι συγγενεῖς. Ἐάν τήν ὥρα τοῦ ψυχορραγήματος δέν ὑπῆρχαν συγγενεῖς κοντά στόν ἑτοιμοθάνατο, τούς ἀναπλήρωναν οἱ στενότεροι φίλοι. Στόν Πλάτωνα (Φαίδωνα 118) «ὁ Σωκράτης ξεψυχάει μέσα στό δεσμωτήριο χωρίς νά συμπαρίσταται κανένας συγγενής του τριγύρω του καί στυλώνει τά μάτια ὀρθάνοιχτα. Ὁ πολυαγαπημένος του Κρίτων μόλις τό εἶδε τοῦ ἔκλεισε τό στόμα καί τούς ὀφθαλμούς».
Μετά τό κλείσιμο τοῦ στόματος καί τό σφάλισμα τῶν ματιῶν σκέπαζαν τό πρόσωπο τοῦ νεκροῦ. Στόν  «Ἰππόλυτο», τήν περίφημη τραγωδία τοῦ Εὐριπίδη (Ἰππόλυτος Ι457) τήν ὥρα πού πεθαίνει ὁ τραγικός της ἥρωας, ὁ πατέρας του, ὁ Θησέας λέει βαριαναστενάζοντας:
«Παιδί μου, μή μ' ἀφήνεις, μόνο βάσταξε».
Καί ὁ Ἰππόλυτος τοῦ ἀπαντάει παρακλη­τικᾶ:
«Πατέρα, δέν βαστάω πιά………..
Τό πρόσωπό μου ἀμέσως  πεπλοσκέπασε».
Αὐτές ἦταν oι πρῶτες φροντίδες γιά τό νε­κρό ὅταν ἄφηνε τήν τελευταία πνοή. Ἔπειτα τόν ἔλουζαν καί τόν ἀλείφανε. Στό «Φαίδωνα» τοῦ Πλάτωνος ὁ Σωκράτης λέει: «Μοῦ φαίνεται πώς εἶναι ὥρα νά πάω νά λουσθῶ, εἶναι προτιμότερο νά πιῶ τό φαρμάκι λουσμένος, παρά νά βάλω σέ τέτοια ἐνόχληση τίς γυναίκες, νά λούζουνε ἕνα νεκρό». Τό λούσιμο καί τό ἄλειμμα τοῦ νεκροῦ τό ἔκαναν ὄχι πρόσω­πα ξένα πού πληρώνονταν (ὅπως στούς Ρωμαί­ους ὁ «νεκροστόλος»), ἄλλα οἱ πλησιέστεροι συγγενεῖς καί ἰδίως oἱ γυναῖκες κάτι πού γίνεται ἀκόμα στήν ἐπαρχία τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος. Στίς «Φοίνισσες» τοῦ Εὐριπίδη ὁ Κρέων πηγαίνει στήν ἀδερφή του τήν Ἰοκάστη γιά νά λούση τόν Μενοικέα, τό παιδί του πού πέθανε. Γιά αὐτό καί ἡ Ἀντιγόνη ζητάει ἀπό τόν ἴδιο τόν Κρέ­οντα (στίχο. 1667) νά τήν ἀφήσει νά λούση τό νεκρό ἀδερφό της, τόν Πολυνείκη.
Τίς δυό αὐτές διαδοχικές πράξεις, τοῦ λουτροῦ καί τῆς χρήσεως, μνημονεύει ἤδη ὁ Ό­μηρος (Ἰλιάδα, Σ, 343). Πρόκειται γιά τίς πρώτες ἐπικήδειες τιμές πού ἀπονέμονται στό νεκρό Πάτροκλο:
 
« Ἔτσι εἶπε καί στούς φίλους του πρόσταξε ὁ Πηλείδης
νά στήσουν πάνω σέ φωτιά ἕνα λουτρό λεβέτι,
νά πλύνουν ἄπ΄ τόν Πάτροκλο τό ματωμένο λύθρο.
Λεβέτι τρίποδο αὐτοί ἔστησαν σέ μία φλόγα.
Ἔχυσαν μέσα τοῦ νερό κι ἔκαιγαν κάτω ξύλα.
Ἡ φλόγα πιά περίζωσε τοῦ λεβετιοῦ τή μέση
Καί ζεσταινόταν τό νερό,  σάν ἔβρασε ἐκεῖνο,
τόν ἔλουσαν, τόν ἄλειψαν μέ μυρωμένο λάδι
καί μέ μία ἐννιάχρονη ἀλοιφή γέμισαν τίς πληγές του,
σέ στρῶμα  ἀφοῦ τόν ξάπλωσαν μ΄ ἕνα ψιλό σεντόνι
τόν σκέπασαν ὁλόκληρο καί μ΄ ἕνα σάβανο ἄσπρο.
 (ἀπόδοση Θ. Μαυρόπουλος ἔκδ. ΖΗΤΡΟΣ)
 
 Τό χρίσμα αὐτό μέ λάδι ἤ μέ μύρο δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τήν ταρίχευση καί τή διατήρηση τοῦ νεκροῦ, πού συνηθιζόταν στούς Αἰγυπτίους, κατά τόν ἀφορισμό τοῦ Λουκια­νοῦ: «ταριχεύει δέ ὁ Αἰγύπτιος». Στήν Ἐλ­λάδα, μονάχα γιά τούς βασιλεῖς τῆς Σπάρτης ξέρουμε ὅτι ταριχεύονταν μέσα σέ μέλι. Ὁ Ξενοφῶν (Ἑλληνικά, Ε. 3,' 19) μᾶς πληροφορεῖ γιά τό βασιλιά τῆς Σπάρτης Ἀγησιπόλιδα ὅτι: (σέ ἐλεύθερη ἀπόδοση, «στό μέλι τόν ἔβαλαν, ἀφοῦ τόν ἔφεραν στό σπίτι καί τοῦ ἔκαναν τή βασιλική ταφή». «ἐν μέλιτι  τεθεῖς καί κομισθεῖς οἴκαδε ἔτυχε τῆς βασιλικῆς ταφῆς».
Γιά τή διαδοχική ἀκολουθία τοῦ λουτροῦ καί τοῦ χρίσματος τοῦ νεκροῦ τά ἴδια περί­που μᾶς λέει καί ὁ Λουκιανός, μέ τίς συνηθισμένες εἰρωνικές του προσθῆκες «Ἔπειτα τούς λούσανε, σάν νά μήν ἦταν ἀρκετή ἡ λί­μνη τοῦ κάτω κόσμου γιά νά τούς λούση, καί διαλέγοντας τά ὡραιότερα μῦρα ἀλείψανε τό σῶμα τους, πού βιαζότανε νά βρωμίσει».
Ἔπειτα ἀπ' αὐτά ἕντυναν τό νεκρό μέ κα­θαρά ροῦχα καί τόν στεφάνωναν. Στή Σπάρ­τη φοροῦσαν στούς νεκρούς τήν πολεμική στο­λή καί τούς ἐφήβους τούς ἕντυναν μέ τήν κα­θιερωμένη ἐφηβική χλαμύδα, πού μποροῦσε νά εἶναι καί ἄσπρη καί ἐρυθρά. Γενικῶς ὅμως, σύμφωνα μέ τά διασωζόμενα τεκμήρια, τούς  νεκρούς στήν Ἑλλάδα τούς ἕντυναν μέ λευκά ἱμάτια. Στόν Παυσανία (Δ.13,1),  ὁ Ἀριστόδημος λέει ὅτι ἀπό τό λευκό ἱμάτιο πού εἶδε στόν ὕπνο τοῦ συμπέρανε ὅτι θά πεθάνει. Εἶδε τή θυγατέρα του ντυμένη στά μαῦρα νά τοῦ ἀφαιρεῖ τά ὄπλα καί ἀντί τῶν ὅπλων νά τοῦ βάζει στό κεφάλι χρυσό στεφάνι καί νά τόν ντύνει μέ ἄσπρη στολή. Ὁ Ἀρτεμίδωρος ἐπίσης (Ὀνειροκριτικά, Β, 3), ἑρμηνεύοντας τά ὄνειρα, λέει ὅτι ἄν ἕνας ἄρρωστος δεῖ στόν ὕπνο του ὅτι φοράει λευκά, αὐτό σημαίνει θάνατο, γιατί τούς νεκρούς τους κηδεύουν ἀσπροντυμένους, ἐνῶ ἀπεναντίας τό μαῦρο ροῦχο προσημαίνει σωτηρία.
Συγχρόνως μέ τήν περιβολή στεφάνωναν τό νεκρό. Τό ἔθιμο αὐτό ἦταν γενικό. Στίς «Φοίνισσες» τοῦ Εὐριπίδη, ὁ σχολιαστής, σχολιάζοντας μία διακήρυξη τοῦ Κρέοντος γιά τό νεκρό του Πολυνείκη, προσθέτει:  «εἰώθασιν γάρ στέφειν τούς νερούς». Στόν Ἀριστοφάνη, ἡ Λυσιστράτη σκυλοβρίζει τόν πρεσβύτη Πρόβουλο, τοῦ λέει ὅτι πολύ γρήγορα θά πεθάνει καί ἀντί γιά στεφάνια θά τοῦ προσφέρει χτυπήματα: «Πάρε αὐτό καί στεφανώσου», λέει στό δυστυχισμένο γέρο ἐνῶ τοῦ  δίνει μία γε­ρῆ κατακεφαλιά καί σέ λίγο, ξαναχτυπώντας τόν, τοῦ φωνάζει: «Πάρε κι' αὐτό ἀκόμα τό στεφάνι». Γιά νά πλέξουν καί νά συνθέσουν τά στεφάνια αὐτά διάλεγαν, φυσικά, τά ὠ­ραιότερα ἄνθη κάθε ἐποχῆς τοῦ ἔτους.
Μετά τό ντύσιμο καί τό στεφάνωμα τοῦ νε­κροῦ ἀκολουθοῦσε ἡ «πρόθεσις». Καθαρός πιά καί εὐπρεπισμένος, ὁ νεκρός ἐξετίθετο «ἐκτάδην» (=ξαπλωμένος) στόν πρόδομο, ἔχοντας τά πόδια γυρισμένα πρός τήν πόρτα, ἀπάνω σέ ἕνα κρεβάτι, στολισμένο μέ πράσινα κλαδιά πολύ ὄμορφα. Σιμά τοῦ τοποθετοῦσαν μία λήκυθο, γιά τήν ἐκτάδην κατάκλιση τῶν νεκρῶν ἔχουμε, ἕκτος τῶν ἄλλων, τή μαρτυρία τοῦ Εὐριπίδη. Στόν «Ἰππόλυτο» ὁ ἄγγελος προσκαλεῖ τό χορό νά ξαπλώσει τό λείψανο τῆς Φαίδρας,
 
«Σιάστε κι' ἁπλῶστε τή βαρειόμοιρη νεκρή,
πικρό νοικοκυριό γιά τόν ἀφέντη μας».
Καί ἡ κορυφαία τραγουδάει:
«Καθώς ἀκούω, ἡ δύστυχη τελείωσε,
γιατί πιά τώρα τήν ξαπλώνουν σά νεκρή.
 
Ἔτσι τό «ἐκτάδην κεῖσθαι» στούς ἀρχαίους σήμαινε καί «θνήσκειν», ὅπως στό Μάρκο Αὐρήλιο: «Πόσοι ἤδη διεχθρεύσαντες, ὑποπτεύσαντες, μισήσαντες, διαδορατισθέντες, ἐκτέτανται, τετέφρωνται». Ὅσο γιά τά πόδια, πού ἦταν γυρισμένα πρός τίς θύρες, ὁ Ἠσύχιος σημειώνει: «Τούς νεκρούς οὕτω φασίν ἐδράζεσθαι, ἔξω τούς πόδας ἔχοντας πρός τάς αὐλείους θύρας».
Γιά τή διακόσμηση τοῦ κρεβατιοῦ μας πληροφορεῖ πληρέστατα ὁ Ἀριστοφάνης στίς «Ἐκκλησιάζουσες»: «στρῶσε πρῶτα ἀποκάτω μέ ρίγανη κι' ἅπλωσε ἀπό πάνω κλαδιά καί βάλε κοντά τίς ληκύθους κι΄ ὕστερα ἀπίθωσε μπροστά στή θύρα ἕνα ἀγγεῖο μέ δροσερό νερό».
Τίς ληκύθους καί τά πήλινα ἀγγεῖα μέ τό νερό τά ζωγραφίζανε εἰδικοί ζωγράφοι, καθώς μας πληροφορεῖ ὁ ἴδιος πάλι κωμικός ποιητής. Ἡ κλίνη ἦταν ἡ ἴδια μέ τίς ἄλλες, εἶχε καί προσκέφαλο, ἀλλά στεκότανε σέ ψηλότερη θέση, ὅπως δείχνει σέ ἕνα σύγγραμμα τοῦ Λουκιανοῦ (Περί πένθους 12) ἀντίθεση τῆς στάσεως τῶν ζωντανῶν πρός τήν καθιερωμένη στάση τοῦ νεκροῦ:
«καί οἱ ζῶντες οἰκτρότεροι τοῦ νεκροῦ οἱ μέν γάρ χαμαί  κυλινδοῦνται πολλάκις καί τάς κεφαλάς ἀράττουσι  πρός  τό ἔδαφος, ὁ δέ εὐσχήμων καί καλός καί καθ' ὑπερβολήν ἐστεφανωμένος πρόκειται καί μετέωρος, ὥσπερ εἰς πομπήν κεκοσμημένος».
 
ΙΔΙΟΤΥΠΟΣ ΑΥΤΟΨΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
ΔΙΑ ΦΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΦΑΝΕΙΑΣ
Ἡ ὑπόθεση τοῦ νεκροῦ, πού ἀναφέραμε καί περιγράψαμε στό προηγούμενο ἄρ­θρό μας, ἦταν ἡ πρώτη τῶν τριῶν κυρίων πράξεων τῆς κηδείας. Ὁ Πλάτων (Φαίδ. 1 15) τίς πράξεις αὐτές τίς ἐκφράζει τυπικά μέ τίς λέξεις: «ἴνα  μή  Κρίτων λέγη  ἐν  τῇ  ταφῇ  ὡς  Σωκράτην  προτίθεται  ἤ  ἐκφέρει  ἤ κατταρύττει». Ἡ δεύτερη καί ἡ τρίτη – ἡ «ἐκφορά» καί ἡ «κατόρυξις» (ὁ ἐνταφιασμός) – ὑπάρχουν καί σήμερα, ἡ «πρόθεσις» ὅμως ἦταν ἀποκλειστικό ἔθιμο τῶν ἀρχαίων ἑλλήνων πού δέν ἐπέζησε στούς σημερινούς ἀπογόνους των. Ὁ σχολιαστής τοῦ Ἀριστοφάνη (Λύσ. 611) μᾶς πληροφορεῖ ὅτι τούς νεκρούς τους ἐξέθεταν ἔξω ἀπό τή θύρα: «τούς νεκρούς γάρ oἱ ἀρχαῖοι προτίθεσαν πρό  τῶν θυρῶν καί ἐκόπτοντο».
 Μέ τήν πληροφορία αὐτή συμφωνεῖ ἀπολύτως καί ἡ πραγματική σημασία τῆς λέξεως. Ἐν Ἀθήναις ὅμως, ἄ­γνωστο γιά ποίους λόγους, ὁ νόμος τοῦ Σόλωνα ἐπέβαλλε νά τούς ἐκθέτουν σιμά στήν ἐξώθυρα τοῦ σπιτιοῦ, ἄλλα ἀπό μέσα: «Τόν ἀποθανόντα προτίθεσθαι ἔνδον, ὅπως ἄν βούλειται». Φαίνεται ὅτι ἡ «πρόθεσις» αὐτή τοῦ νεκροῦ ἦταν ἕνα εἶδος ἀστυνομικῆς διατύπωσης καί ὄχι ἁπλῶς τιμητικῆς διακόσμησης καί ἔκθεση. Ἦταν δηλαδή μία ἰδιότυπη αὐτοψία τοῦ νεκροῦ ἤ νεκροψία, ὅπως τήν ὀνομάζει ὁ Πολυδεύκης, πού μᾶς πληροφορεῖ ρητά καί σαφέστατα ὅτι τό ἔθιμο αὐτό τό ἐπέβλεπε νά διαπιστώνεται ὅτι ὁ νεκρός πέθανε ἀπό φυσικό καί ὄχι ἀπό βίαιο θάνατο: «Καί οἱ προθέσεις διά τοῦτο ἐγίγνοντο, ἴνα ὀρῶτο ὁ  νεκρός,  μή  τί βιαίως πέπονθε».
Ἐπιπροσθέτως, τό ἔθιμο τοῦτο ἀπόβλεπε  καί σέ ἕνα ἄλλο ἀπώτερο σκοπό ἀπό νά μή θάπτουν κατά λάθος ἀνθρώπους πού παθαίνανε νεκροφάνεια. Ὁ Πλάτων στούς «Νόμους» του θέλει νά κατοχυρώσει τό ἔθιμο αὐτό καί μέ νόμο, καί vα καθορίσει τό χρόνο προθέσεως ὥστε νά ἀποκλείεται κάθε φόβος ὅτι μπορεῖ κάποτε oἱ συγγενεῖς καί οἱ φίλοι νά ἐκλάβουν τόν «ἐκτεθνεώτα» (ἐκεῖνον πού λιποθύμησε ἤ ἔπαθε νεκροφάνεια) ὡς «ὄντως τεθνηκότα» καί νά τόν θάψουνε ζωντανό. Καθώς εἴπαμε ἤδη, οἱ διαδοχικές πράξεις μέχρι τῆς προθέσεως περιγράφονται κατά σειρά ἀπό τόν Λουκιανό :  «Μετά  ταῦτα δέ  λούσαντες αὐτούς  καί  μύρω  τῷ καλλίστῳ  χρίσαντες τό σῶμα πρός δυσωδίαν ἤδη  βιαζόμενον καί  στεφανώσαντες τοῖς ὡραῖοις ἄνθεσι προτίθενται λαμπρῶς ἀμφιεθέντες».
Ὅσο γιά τά τεχνικά μνημεῖα, μία ἄριστη εἰκόνα τῆς «προθέσεως» μᾶς παρέχει ἕνα ὡραῖο ἀπουλιανό ἀγγεῖο τοῦ Μουσείου τῆς Νεάπολης, πού ἀπεικονίζει τήν ἐπικήδεια σκηνή καί τήν πρόθεση τοῦ μοιραίου Ἀρχειμόρου.
Τό ἔθιμο τῆς «προθέσεως» θεωρεῖτο τό­σο ἀπαραίτητο ὡς πρόδρομος τῆς ταφῆς, ὥστε ἐξέθεταν καί τά ὀστά ἀκόμη τῶν νεκρῶν πού πέθαναν στήν ἀλλοδαπή, ὅταν μετακόμιζαν στήν πατρίδα. Ὁ Ἰσαῖος (περί Ἀστυφίλου 4)  μᾶς περιγράφει τή μετακομιδή τῶν ὀστῶν ἑνός συμπατριώτη του, πού τά πῆραν οἱ φίλοι του, γιατί δέν ὑπήρχανε κοντινοί συγγενεῖς, καί τά ἐξέθεσαν ἔξω ἀπό τή πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του.
Μπροστά στή πόρτα τῆς αὐλῆς, κατά τό διάστημα τῆς «προθέσεως» τοῦ νεκροῦ, ἦταν τοποθετημένο ἕνα σκεῦος μέ νερό ἀντλημένο ἀπό τό γειτονικό σπίτι. Οἱ ξένοι πού πηγαίνανε  νά συλλυπηθοῦν, ὅταν ἔβγαιναν ραντιζόντουσαν μέ τό νερό αὐτό γιά νά καθαρίζονται ἀπό τήν ἐπαφή τους μέ τούς ἐ­νοίκους τῆς νεκρικῆς οἰκίας. Ὁ Πολυδεύ­κης (Η' 65)  μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὄχι μόνο τό νερό, ἀλλά καί τό πήλινο ἀκόμη ἀγγεῖο τό ἔπαιρναν ἀπό ἄλλο σπίτι, γιατί ἡ πέν­θιμη οἰκία ἐθεωρεῖτο μολυσμένη ἀπό τήν παρουσία τοῦ νεκροῦ.
Στήν Ἄλκηστη τοῦ Εὐριπίδη (στ. 98—101) ὁ χορός τῶν γε­ρόντων, ὅταν πληροφορεῖται τό θάνατο τῆς λατρευτῆς του βασίλισσας, παρατηρεῖ μέ μία φυσική καί αὐθόρμητη ἔκπληξη:
 
«Μπρός στίς θῦρες δέν βλέπω νερό βρυσικό,
γιά νά πλύνουν τά χέρια, ὅπως εἶναι συνήθεια
στῶν νεκρῶν τίς αὐλές οὔτε χαίτη κομμένη
μέσα στά παράθυρα, ὡς πρέπει σέ πένθος νεκρῶν…»
 
Τό μόλυσμα τῆς νεκρικῆς οἰκίας, πού ἀναφέραμε παραπάνω, μαρτυρεῖ καί ὁ κα­θαρμός πού γινόταν μετά τήν κηδεία. Ὁ καθαρμός αὐτός ἦταν ἕνα τέλειο λουτρό, καθώς μᾶς πληροφορεῖ (Νεφ. 837) ὁ σχολιαστής τοῦ Ἀριστοφάνη: «Ἔθος ἦν μετά τήν ἐκκομιδήν τοῦ νεκροῦ λούεσθαι τοῖς κατ' οἶκον καθαρμοῦ χάριν». Ἀμυδρό ἴχνος τοῦ λουτροῦ αὐτοῦ βρίσκουμε καί σήμερα σέ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου οἱ οἰκεῖοι, ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν ταφή, πλένουν ἀμέσως τά χέρια τους.
Ἡ «πρόθεσις» τοῦ νεκροῦ μποροῦσε ἐνίο­τε νά παρατείνεται περισσότερο χρόνο παρ' ὅσον πραγματικά χρειαζόταν γιά τό σκοπό πού ἐξυπηρετοῦσε, καθώς ἐξάγεται ἀπό τή διάταξη τοῦ Πλάτωνα (Νόμ. IB'  959), πού τήν περιορίζει σέ τόσο μόνο χρόνο, ὅσος ἦταν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος γιά νά προλαμβάνεται καί νά παρεμποδί­ζεται ἡ ταφή ζωντανοῦ. Κατά τόν Πλάτωνα, ἡ ἐκφορά ἔπρεπε νά γίνεται τήν τρίτη ἥμερα μετά τό θάνατο. Ἀλλά σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ Σόλωνος ἡ ἐκφορά γινόταν τήν ἑπομένη τῆς προθέσεως, καί μάλιστα πολύ πρωί, κατά τά χαράματα, προτοῦ ἀνατέλλει ὁ ἥλιος. 
Ὁ Δημοσθένης (πρός Μακάρτατον 62) μᾶς ἀναφέρει ἐπί λέξει τή σχε­τική φράση τοῦ νόμου αὐτοῦ : «Ἐκφέρειν δέ τόν ἀποθανόντα τή ὑστεραία ἡ ἄν προθῶνται πρίν ἥλιον ἐξέχειν». Ὁ Ἀντιφών (περί τοῦ Χορευτικοῦ 34) μᾶς πληροφορεῖ ἀκόμη σαφέστερα καί λεπτομερέστερα γιά τό χρόνο τῆς «προθέσεως» καί τῆς «ἐκφορᾶς». Πρόκειται γιά κάποιο πεθαμένο παιδί. Τή μία μέρα πεθαίνει, τήν ἑπομένη γίνεται ἡ «πρόθεσις» καί τή μεθεπομένη ἡ «ἐκφορά». Στούς προϊστορικούς ὅμως χρόνους πίστευαν ὄ­τι ὁ νεκρός ἐπιθυμοῦσε νά τόν θάψουν ὅσο τό δυνατό γρηγορότερα. Στόν Ὅμηρο (Ἰλιάδα Ψ' 71) ἡ σκιά τοῦ Πατρόκλου ζητάει ἀπό τόν φίλο του:
 
«Πάει, Ἀχιλλέα μου, πέθανα, καί τώρα ἐσύ κοιμᾶσαι
καί μέ ξεχνᾶς, σ΄ ἄλλους  καιρούς μέ φρόντιζες, σάν ζοῦσα.
Θάψε μέ, ἀδέρφι, νά διαβῶ τίς πύλες πιά τοῦ Ἅδη.
 
Καί ὁ Εὐστάθιος (Ἴλ. Θ', 410) σημειώ­νει:  «νεκροῦ  μείλιγμα  μέν ἡ ταχεῖα ταφή μήνυμα δέ  τό  μή  ταχύ θάπτεσθσι», δηλαδή ἡ γλυκύτερη χαρά τοῦ νεκροῦ εἶναι ἡ γρήγορη ταφῆ του καί ἀγανακτεῖ ὅταν δέν τόν θάβουνε σύντομα.
                Ἡ ἐκφορά τοῦ νεκροῦ, πού γινόταν κα­τά τόν νόμο, τοῦ Σόλωνος, τήν ἑπομένη τῆς «προθέσεως», ἔπρεπε νά γίνεται ὅσο τό δυ­νατό πιό πρωί, γιά νά μή μολύνονται οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ἀπό τή θέα τοῦ νεκροῦ. Ὁ νόμος διάταζε νά κηδεύουνε τό νε­κρό «πρίν ἥλιον ἐξέχειν»,  καί ὁ Πλάτων ἐ­πίσης (Νόμ. IB', 960) ἀπαιτοῦσε γιά τό νεκρό «πρό τῆς ἡμέρας ἔξω τῆς πόλεως εἶναι». Κατά τόν Ἠράκλειτο (Ἀλληγ. Ὄμ. 68), «ἦταν ἔθιμο μήτε τή νύχτα νά κηδεύουνε τούς νεκρούς οὔτε ὅταν ἐντείνεται ἀπάνω ἀπό τή γῆ ἡ μεσημεριανή ζέστη, ἄλλα τό βαθύ ὄρθρο, ὅταν εἶναι ἀκόμα ἄπυρες (ἄφλογες) οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου πού ἀνατέλλει». Συνεπῶς τό «σκιάδιον» ἤ «ἀνθήλιον» πού βλέπουμε ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς τοῦ νεκροῦ Ἀρχεμόρου στό περίφημο ἀγ­γεῖο πού ἀναφέραμε, δείχνει μᾶλλον συμβολικά ὅτι ἡ «ἐκφορά» πρέπει νά γίνεται χωρίς τίς ἡλιακές ἀκτίνες, παρά ὅτι γινότανε μέ τόν ἥλιο μεσούρανα. Ὥστε ὄχι μό­νο δέν ἀληθεύει αὐτό πού σφαλερά ἰσχυρίζονταν μερικοί, ὅτι τό φῶς τοῦ ἡλίου ὁδηγοῦσε τό νεκρό στή σκοτεινή διαμονή του, ἀλλά ἀπεναντίας ἐξ ὅλων αὐτῶν καταφαίνεται ὅτι οἱ θεοί ἀποφεύγανε τή θέα τῶν νεκρῶν γιά νά μή μολυνθοῦν. Στήν Ἄλκηστη τοῦ Εὐριπίδη, ὁ θάνατος τῆς βασίλισσας ἐξαναγκάζει – τόν Ἀπόλλωνα νά ἐγκαταλείψει ἀμέσως τά ἀνάκτορα τοῦ Ἀδμήτου:
 
«Κι' ἐγώ, μήν τύχη καί στό σπίτι μολευτῶ,
τ' ἀγαπημένο αὐτά παλάτι ἀφήνω πιά…»
 
Καί στόν Ἰππόλυτο, ἡ  Ἄρτεμη ἀπο­μακρύνεται βιαστικά ἀπό τό βασιλόπουλο πού ψυχορραγεῖ:
 
«Χαῖρε πιά ἐγώ δέν πρέπει νά θωρῶ
νεκρούς, οὐδέ στό ψυχομάχημα τά μάτια μου
νά τά μολύνω· κι' εἶσαι στό κακό σιμά.»
 
Ἀλλά οὔτε κάν στό ὄνομα ὁποιουδήποτε θεοῦ ἐθεωρεῖτο ὅσιο νά μνημονεύεται στήν ταφή. Στόν Ἐπιτάφιό του Δημοσθένη, ἐκεῖνος πού ἀγορεύει ἀποσιωπᾶ τό ὄνομα τοῦ Διόνυσου ἤ τοῦ Βάκχου, ἀκριβῶς γιά τό λόγο αὐτό, «ὄν οὐ πρέπον ἐστίν ὀνομάζειν ἐπί τοῦδε τοῦ τάφου».
Ἀλλά καί ἡ νυκτερινή ταφή ἐνομίζετο ἐπονείδιστη. Στίς Τρωάδες τοῦ Εὐριπίδη ἡ Κασάνδρα λέει γιά  τόν Ἀγαμέμνονα:
 
«Κακός κακά θά ταφῆς τή νύχτα,
κι΄ ὄχι τήν ἥμερα,
ἀνόσιε ἀρχηγέ τῶν Ἑλλήνων,
ποῦ θαρρεῖς κάνεις κάτι τό σεμνό».
 
Ὅπως εἶναι φυσικό, τήν παραμονή τῆς «ἐκφορᾶς» οἱ συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ ἐπισκέπτονταν καί τόν τάφο του. Ἀλλά συγχρόνως φρόντιζαν καί γιά κάτι ἄλλο. Στόν τάφο θά ἔθαβαν τό σῶμα του, ἄλλα ἡ ψυχή του ἔπρεπε νά περάσει τήν Ἀχερουσία πάνω στή βάρκα τοῦ Χάρου. Ὁ νεκρός λοιπόν χρειαζόταν τά «πορθμεῖα», τό ναῦλο του. Γι' αὐτό ἔβαζαν, στό στόμα τοῦ νεκροῦ ἔ­να νόμισμα, ἕναν ὀβολό. Ὁ Λουκιανός (περί Πείθ. 10) μᾶς τό λέει ξεκάθαρα: «Ἐπειδᾶν τίς ἀποθάνη τῶν οἰκείων, πρῶτα μέν φέροντες ὀβολόν εἰς τό στόμα κατέθηκαν αὐτῶ μισθόν τῷ πορθμεῖ ναυτιλίας γενησόμενον».
Σ΄ ἕνα ἀπό τούς νεκρικούς διάλογους τοῦ ἰδίου συγγραφέα, ὁ Διογένης ἐπιπλήττει τούς πλουσίους: «Τί βασανίζεστε λογαριάζοντας τούς τόκους καί σωριάζοντας τά τάλαντα ἀπάνω στά τάλαντα, ἀφοῦ θ΄ ἔρθει ὤρα πού δέ θά χρειάζεστε παρά μονάχα ἕναν ὄβολο». Σέ ἕνα ἄλλο νεκρικό διάλογο τοῦ Λουκιανοῦ, ἀκόμη κωμικότερο, ἕνας νεκρός, ὁ Μένιππος, συνομιλεῖ μέ τό Χάρο:
 
ΧΑΡ.—Δώσε μου, καταραμένε, τά ναῦλα.
ΜΕΝ.—Οὐκ ἄν λάβεις παρά τοῦ μή ἔχοντος.
ΧΑΡ.—Μα ὑπάρχει κανένας ποῦ νά μήν ἔχει ἕναν ὀβολό; Δέν τό ξέρεις πῶς ἔπρεπε νά πλήρωσης;
ΜΕΝ.—Το ἤξερα, ἀλλ' ἀφοῦ δέν εἶχα;
 
Δύσκολο εἶναι νά καθορίσουμε πότε εἰσήχθη αὐτό τό ἔθιμο, πού μέ τόση πνευμα­τώδη χάρη περιγράφει ὁ Λουκιανός.
 
 

ΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΕΝΘΟΥΣ

ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΥΣ

Ὁ Ἀχιλλέας ἀρνεῖται τό λουτρό καί κόβει τά μαλλιά του γιά νά πενθήσει τόν θάνατον τοῦ Πατρόκλου καί ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος διατάζει νά κουρευτοῦν oι γενναιότεροι στρατηγοί του καί νά «κουρευτοῦν» καί αὐτά ἀκόμη τά τείχη τῶν Ἐκβαπάνων (πόλη τῆς Μηδίας) γιά νά δείξει τή λύπη πού τοῦ προξένησε ὁ χαμός τοῦ Ἡφαιστίωνος.
Ἐκεῖνοι πού ἐλάμβαναν μέρος στήν «ἐκφορά» τοῦ νεκροῦ στούς ἀρχαίους φοροῦσαν, φυσικά, πένθιμη περιβολή. Πένθιμα χρώματα ἦταν τό μαῦρο καί τό σταχτί, ἄλλα τό δεύτερο πολύ σπανιότερα. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦσε τό Ἄργος, ὅπου πένθιμο χρῶμα ἐθεωρεῖτο τό λευκό. Μαύρα φορέματα φοροῦσαν ὄχι μόνο στά πένθη καί στούς θανάτους, ἄλλα καί σ' ἄλλες δυστυχίες, θέλοντας ἔτσι νά ἐκδηλώσουν τήν θλίψη τους. Στό Λυσία (κ. Ἀγοραί. 40) ἐκεῖνος πού ἀγορεύει λέει μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς: «Ὁ Διονυσόδωρος, λοιπόν, ἔστειλε καί ἔφερε στή φυλακή τήν γυναίκα του, πού εἶναι καί ἀδερφή μου, καί αὐτή ἦλθε ντυμένη στά μαῦρα γιά τή συφορά πού βρῆκε τόν ἄντρα της».
Τό πένθος oἱ ἀρχαῖοι τό ἐκδήλωναν ὄχι μόνο μέ τή μαῦρη περιβολή, ἄλλα καί μέ τά κομμένα μαλλιά. Αὐτό μάλιστα ἦταν στούς ἀρ­χαίους τό μεγαλύτερο καί κυριώτερο σημάδι τοῦ πένθους. Στόν Ὅμηρο ἤδη (Ὀδ. Δ', 195) ὁ Νεστορίδης Πεισίστρατος παρατηρεῖ: «Ἀγανακτῶ ὅταν βλέπω νά πεθαίνει κανένας καί νά τόν ἀφήνουνε ἄκλαυτο γιατί αὐτή εἴ­ναι ἡ μόνη τιμή πού μποροῦμε νά ἀπονείμουμε στούς νεκρούς, νά κόψουμε τά μαλλιά καί νά βρέξουμε τά μάγουλά μας μέ δάκρυα». Στήν Ἰλιάδα ἐπίσης (ψ, 41) ὁ Ἀχιλλέας ἀρνεῖται τό λουτρό πού τοῦ προσέφεραν, προτοῦ κόψει τήν κόμη του ἐπάνω στό νεκρό του, Πάτρο­κλο:
 
«Γιατί μά τό Δία, ἀνώτατο θεό καί πρῶτο ἄπ΄ ὅλους,
σᾶς λέω τήν κεφαλή μου ἐμέ λουτρό δέ θά μ΄ ἀγγίξει,
πρίν πρῶτα ὁ Πάτροκλος καεῖ καί μνῆμα τόν σκεπάσει,
πρίν τό νεκρό του ἡ κόμη στολίσει πιά ἡ καρδιά μου
τέτοια ἄλλη πίκρα δέ θά δεῖ ὡς πού νά πάει στόν τάφο».
 
Καί oι Μυρμιδόνες ἀκόμη πού συνοδεύανε τό νεκρό, ἐκδηλώνουν τή βαθύτατη λύπη τούς κόβοντας καί αὐτοί τά μαλλιά τους:
 
«Κι' ὅλα ἀφοῦ σώρεψαν παντοῦ τά ξῦλα, αὐτοῦ καθίζουν
καί μένουν ὅλοι ἀχώριστοι. Κι' ὁ Ἀχιλλέας τότ' ὅλους
τούς πολεμόψητους  ἐκεῖ προστάζει Μυρμιδόνες
ν' ἁρματωθοῦν καί τ' ἄλογα νά ζέψουνε στά ἁμάξια.
Κι' ἐκεῖνοι εὐθύς σηκώνονται καί ζώνουν τά’ ἅρματά  τους
Κι’ ὅλοι σ’ ἁμάξια —κι’ ὁδηγοί καί μαχητάδες μπαίνουν.
Μπροστά τά’ ἁμάξια, σύγνεφο πίσω οἱ πεζοί ἀκολουθοῦσαν
Πυκνό, κι’ oι φίλοι σήκωναν τό λείψανο στή μέση,
κόμες γεμάτο πού΄κοβαν κι’ ἀπάνω τοῦ πετοῦσαν».
 
Στίς «Χοηφόρες» τοῦ Αἰσχύλου, ὁ Ὀρέστης ἐπιστρέφοντας κρυφά στό Ἀργός κι’ ἐπισκε­πτόμενος τόν τάφο τοῦ ἀδικοσκοτωμένου πα­τέρα του, κόβει μία πλεξούδα ἀπό τά μαλλιά καί τήν ἐναποθέτει ἐπάνω στόν τάφο. Τήν πλεξούδα αὐτή βρῆκε ἀργότερα ἡ Ἠλέκτρα κι’ αὐτή ἀνεγνώρισε τόν ἐξόριστο ἀδερφό της. Στόν Εὐριπίδη ἐπίσης βλέπουμε συχνά νά συνδυάζονται τά κομμένα μαλλιά μέ τά μαῦρα ροῦχα. Ἡ Ἑλένη (στ. 1087) λέει: «Ἐγὼ δ' ἐς οἴκους βᾶσα βοστρύχους τεμῶ, πέπλων τε λευκῶν μέλαινας ἀνταλλάξομαι».
Καί ἡ Ἰφιγένεια (Ἰφιγ. ἐν Αὐλ. 1438), προβλέποντας ὅτι κάποιος θεός θά τή γλιτώσει ἀπό τήν ἄσπλαχνη θυσία, λέει στή μητέρα τῆς Κλυται­μνήστρα:«Μήτε νά κόψης τά πλεκτά σου τά μαλλιά, μήτε μέ μαύρους πέπλους νά περιντυθῆς». Τά μαῦρα ροῦχα γιά τήν ἐκδήλωση τοῦ πέν­θους εἶναι κάτι πολύ φυσικό. Τό μαῦρο εἶναι τό χρῶμα τοῦ σκότους, τῆς νύχτας, τοῦ Ἅδη. Ἀλλά τό κόψιμο τῶν μαλλιῶν εἶναι κάπως περίεργο. Στόν Ἀθήναιο (ΙΕ', 674) ὁ Ἀριστοτέλης τοῦ δίνει μία δική του ἐξήγηση. Αφού λέει ὅτι ἐκεῖνοι πού θυσιάζουν φορᾶνε στε­φάνια γιά νά δείξουν ὅτι «οὐδὲν κολοβὸν προσφέρομεν τοῖς θεοῖς, ἀλλὰ τέλεια ὄλα καὶ πλήρη», προσθέτει ὅτι ἀπεναντίας στά πένθη, ἀπό ὁμοιοπάθεια πρός τούς νεκρούς, κολοβώ­νουμε τόν ἑαυτό μας, κόβοντας τά μαλλιά καί ἀφαιρώντας ἀπό τό κεφάλι μας τά στεφάνια. Ὁ Πλούταρχος τέλος (Πελοπίδας. 33) ἀφηγεῖται ὅτι οἱ Θεσσαλοί, θέλοντας νά δείξουν ὅτι εἴ­χαν πονέσει πολύ περισσότερο ἀπό τούς ἄλ­λους γιά τό θάνατο τοῦ Πελοπίδα, κούρεψαν ὄχι μόνο τά δικά τους μαλλιά, ἄλλα καί τίς χαῖτες τῶν ἵππων των.
Ἀλλά ὁ Μέγας Ἀλέ­ξανδρος, καθώς καί πάλι μᾶς ἀφηγεῖται ὁ Πλούταρχος (Ἀλέξανδρος, 72), ἔκαμε κάτι πολύ ὑπερβολικότερο καί παραδοξότερο γιά νά ἐκδηλώσει τό μεγάλο καί βαθύτατο πένθος του γιά τό θάνατο τοῦ ἀγαπημένου του Ἠφαιστίωνα. Ὄχι μόνο διέταξε νά κουρευτοῦν ἀμέ­σως ὅλα τά ἄλογα καί ὅλα τά μουλάρια τοῦ στρατοῦ του, ἄλλα κούρεψε καί τά… τείχη! Διέταξε δηλαδή, νά γκρεμιστοῦν οἱ ἐπάλξεις των, γιά νά φαίνεται ὅτι καί oι πόλεις πενθοῦν. Ὁ Αἰλιανός ΙΙ. Ἰστ. 8) μᾶς ἀφηγείται ἀκόμη λεπτομερέστερα τό πένθος τοῦ Αλεξάνδρου γιά τό θάνατο τοῦ Ἠφαιστίωνα: «Ὅταν πέθανε ὁ Ἠφαιστίων, ὁ Ἀλέξανδρος ἔριξε μέσα στήν πυρά του τά ὅπλα του καί χρυσάφι κι’ ἀσήμι πολύ. Ἔπειτα κούρεψε ὅλους τούς στρατηγούς του, ὅλα τά καλύτερα καί γενναιότερα παλικάρια του κι’ ἔπειτα κουρεύτηκε κι’ ὁ ἴδιος, ἀπομιμούμενος τό θρυλικό Ἀχιλλέα. Ἀλλά καί αὐτόν ἀκόμη τόν ξεπέρασε σέ τρυφερότητα καί σέ βιαιότητα, ὅταν «κούρεψε» τήν ἀκρόπολη τῶν Ἐκβατάνων, γκρεμίζοντας τά τείχη της. Ὅταν ἔκοψε τήν κόμη τοῦ ὁ Ἀλέξανδρος, ἔκανε βέβαια κάτι ἀπολύτως ἑλληνικό. Ὅταν ὅμως γκρέμιζε τά τείχη, ὁ Ἀλέ­ξανδρος πενθοῦσε, κατά τή γνώμη μου, κατά τρόπο  βαρβαρικό».
Ἀλλά καί ὅταν οἱ νεκροί ἦσαν περισσότεροι τοῦ ἑνός τά ἴδια ἔθιμα τηροῦσαν, ὅπως γινότανε στίς μεγάλες καί δημόσιες κηδεῖες, μέ τίς ὅποιες οἱ Ἀθηναῖοι τιμοῦσαν ἐκείνους πού πεθαίνουν στόν πόλεμο. Ὁ Θουκυδίδης, στό δεύτερο βιβλίο τῆς ἱστορίας του, μᾶς περιγράφει λεπτομερῶς τίς κηδεῖες αὐτές:
«Οἱ Ἀθηναῖοι, ἀκολουθώντας τόν πατροπα­ράδοτο νόμο, κήδευσαν ἐκείνους πού πεθάνανε πρῶτοι στόν πόλεμο, μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο: Πρώτ’ ἀπ’ ὅλα ἔκαμαν τήν «πρόθεση» τῶν νεκρῶν. Ἐξέθεσαν τά ὀστά τούς μέσα σέ σκηνές καί καθένας τους προσέφερε ὅτι ἤθελε. Ὅταν ἔγινε ἡ κηδεία, ἐπάνω στά νεκροφόρα ἁμάξια ὑπῆρχαν κυπαρισσένιες λάρνακες, μία γιά κάθε φυλή. Τά κόκαλα κάθε νεκροῦ εἴχανε τοποθετηθεῖ μέσα στή λάρνακα τῆς φυλῆς του. Μπροστά ἀπό τά νεκροφόρα ἁμάξια προηγεῖτο μία στρωμένη κλίνη κενή, γιά κείνους πού εἴ­χανε ἐξαφανιστεῖ. Τήν κηδεία ἀκολουθοῦσαν ὅσοι πολίτες ἤθελαν, καί ξένοι πολλοί καί γυναῖκες, πού κλαίγανε καί μοιρολογοῦσαν, ἔπειτα μπροστά στούς ὁμαδικούς τάφους τῶν  δοξασμένων  νεκρῶν».
Ὥστε οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φρόντιζαν καί γιά τούς ἀφανεῖς ἀκόμη νεκρούς. Ἡ ἀδειανή νεκρική κλίνη, πού προηγεῖτο τῆς ὁμαδικῆς κηδείας τῶν γενναίων πολεμιστῶν, τιμώντας τήν θυσία τους καί τήν  μνήμη τους, ἦταν ἕνα εἶδος φορητοῦ μνημείου τοῦ Ἀγνώστου στρατιώτη.
Στίς δημόσιες αὐτές ταφές προστίθεται ἀπαραιτήτως καί ὁ ἐπιτάφιος, πού στά χρόνια της ἀρχαίας Ἑλλάδος δέν συνηθιζόταν στούς ἐνταφιασμούς ἰδιωτῶν, ὅπως γινότανε ἀντιθέτως στή Ρώμη. «Ἀφοῦ τούς κρύψουν στή  γῆ – συνεχίζει ὁ Θουκυδίδης – πολίτης μέ ἀξία καί μόρφωση ἐκφωνεῖ ἐγκώμιο πού τούς ἀξίζει», γιά τούς πρώτους ἡρωικούς νεκρούς ἐκφώνησε τόν ἐπιτάφιο ὁ Περικλῆς, ὁ γιός τοῦ Ξανθίππου βαίνοντας ἐπάνω σ' ἕνα βῆμα, πού τό εἶχαν κατασκευάσει πολύ ψηλό γιά ν’ ἀκούγεται ὅσο τό δυνατόν ἀπό περισσότερο πλῆθος». Ὁ ἐπιτάφιος στίς δημόσιες ταφές δέν ἦταν ἔθιμο, ἄλλα ἦταν καθιερωμένος μέ νόμο. Ὁ ἴδιος ὁ Περικλῆς ἐπιβεβαιώνει τήν ὕπαρξη τέτοιου νόμου στό προοίμιο τοῦ πολυθρύλητου ἐπιταφίου του. Καί ὁ σχολιαστής προσθέτει:  «Ἤτανε νόμος, ἐκείνους πού πεθαίνουν γιά ὑπεράσπιση τῆς πόλεως νά τούς ἀξιώνουν δημοσίου ἐνταφιασμοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ νόμος ὅριζε ἐπίσης ὅτι ἔπρεπε νά ἐκφωνοῦν γιά τούς νεκρούς αὐτούς καί ἐπιταφίους ἐπαίνους». Τό νόμο αὐτό γιά τούς ἐπιταφίους ἄλλοι λένε ὅτι τόν ἐθέσπισε ὁ Σόλων, ἄλλοι ὅτι τόν εἶχε εἰσηγηθεῖ ὁ Ἀριστείδης μετά τή μάχη τῶν Πλαταιῶν καί ἄλλοι τέλος τόν ἀποδίδουν στόν Θεμιστοκλῆ ἤ στόν Κίμωνα. Πάντως ἕνα εἶναι βέβαιο, ὅτι ἔγινε μετά τούς μηδικούς πολέμους.
Ἀλλά ἄς ξαναγυρίσουμε στούς ἀφανεῖς νεκρούς. Ὁ Εὐριπίδης στήν τραγωδία τοῦ «Ἑλένη» (στ, 1241 καί 1261) μᾶς μιλάει δυό φορές γι’ αὐτούς: «Ἕλλησιν ἔστι νόμος, ὅν ἄν ἐν πόντῳ θάνῃ, κενοῖσι θάπτειν ἐν πέπλων ὑφάσμασιν» καί λίγο πιό κάτω: «στρωτὰ φέρεται λέκτρα σώματος κενὰ». Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν τιμητική ταύτη κηδεία τῶν νεκρῶν, στούς ἀρχαίους ὑπῆρχαν κενοτάφια. Ὁ Χαρίτων (Δ, 1) μᾶς τό λέει σαφῶς: «καὶ γάρ εἰ μὴ τὸ σῶμα εὔρηται τοῦ δυστυχοῦς, ἀλλὰ νόμος οὗτος ἀρχαῖος Ἑλλήνων, ὤστε   καὶ τοὺς ἀφανεῖς τάφους κοσμεῖν».  Τό ὡραῖο αὐτό ἔθιμο τό χαλοῦσε καί τό ἀσχήμιζε κάπως μία περίεργη δεισιδαιμονία. Ἄν ἔκαναν λάθος καί κήδευαν ἤ ἔθαπταν κάποιον πού δέν εἶχε βρεθεῖ τό πτῶμα του κι’ ἀποδεικνυότανε ὕστερα ὅτι ἦταν ζωντανός, ὁ νεκραναστημένος αὐτός εὕρισκε τό μπελά του. Μία φορά πού πέθανε, ἀφοῦ τόν κήδεψαν τόν θάψανε ἔστω καί εἰκονικά, θεωρεῖτο τώρα μολυσμένος. Κανείς δέν τόν ἄγγιζε οὔτε τόν ἀφήνανε νά πλησίαση στά ἱερά. Γιά νά ξαναβρεῖ τήν ἡσυχία του ἔπρεπε νά ἐξαγνισθεῖ. Ὅ ἐξαγνισμός, ὅπως τόν εἶχε καθορίσει ἕνας χρησμός τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν ἦταν πολύ περίεργος καί πρωτότυπος. Ὅλοι αὐτοί πού ξαναγύριζαν ἀπό τήν ἀφάνεια στή ζωή καί τούς ὀνόμαζαν γιά αὐτό «ὑστερόποτμοι» ἤ «δευτερόποτμοι», γιατί πεθαίνανε δυό φορές ἔπρεπε νά ξαναγίνουν μωρά καί νά τούς κάνουν ὅ,τι κάνουν στά νεογέννητα. Ἔπρεπε δηλαδή νά τούς σπαργανώσουν καί νά φωνάξουνε μία γυναίκα νά τούς …. θηλάσει!
Μετά τήν ταφή, oι συγγενεῖς μαζευόντουσαν καί πάλι στό σπίτι τοῦ πεθαμένου, γιά νά καθίσουν στό λεγόμενο «περίδειπνον» τό ὁποῖο δινότανε γιά ἀνάμνηση καί ἐξύμνηση τῶν νεκρῶν. Ὁ Λουκιανός (Π. Πένθ. 24) μᾶς πληροφορεῖ: «Τέλος ὅλοι μαζεύονται στό περίδειπνο, ὀποῦ παρηγοροῦν τούς γονεῖς τοῦ νεκροῦ καί τούς προτρέπουν νά φᾶνε, ἀλλά καί αὐτοί μά τόν Δία, μέ πολύ εὐχαρίστηση πείθονται, γιατί εἶναι ἐξαντλημένοι ἀπό νηστεία τριῶν ἡμερῶν». Βεβαίως ὅλα αὐτά πού μᾶς λέει ὁ Λουκιανός εἶναι λίγο παρατραβηγμένα μέ πολύ εἰρωνεία καί φαντασία.
 
 
ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ, ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ
ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ
Καί μετά τήν «πρόθεσι», τήν «ἐκφορά» καί τήν ταφή, οἱ στενότατοι συγγενεῖς, πού ἀναλάμβαναν τήν ἐκπλήρωση τῶν κυριωτέρων εὐλαβῶν καθηκόντων πρός τό νεκρό, τελοῦσαν διάφορες νεκρικές θυσίες ἤ τελε­τές, πού τίς ἀποκαλοῦσαν μ’ ἕνα γενικό ὄνομα «τά νομιζόμενα».Τά «νομιζόμενα» αὐτά τῶν ἀρχαίων ἦταν τά σημερινά μνημόσυνα. Πρώτα, κατά χρονολογική σειρά, ἦταν τά «τρί­τα», πού γινόντουσαν τήν τρίτη ἥμερα μετά τόν ἐνταφιασμό. Αὐτά ὑπαινίσσεται ὁ Ἀριστοφάνης στή Λυσιστράτη (στ. 611) ὅπου ὁ σχολιαστής σημειώνει: «Ἐπειδή τή τρίτη τό τῶν νεκρῶν ἄριστον ἐφέρετο». Ἦταν, λοιπόν, τά «τρίτα» δεῖπνα πού προσέφεραν στούς νεκρούς, κάτι δηλαδή ἀνάλογο πρός τά σημερινά κόλλυβα. Μέ τά δεῖπνα αὐτά τῶν νεκρῶν παρομοιάζει καί ὁ Σωκράτης στόν Πλούταρχο τό βίο τῶν φιλάργυρων: «Ἡ ζωή τῶν φιλάργυρων εἶναι σάν τό δεῖπνο τοῦ νεκροῦ· ὅλα τά ἔχει, ἄλλα δέν ἔχει ποιός νά τά χαρεῖ».
Ἡ κατ’ ἐξοχήν ἐπίσημη θυσία ἦταν τά «ἔνατα», πού προσφέρονταν τήν ἐνάτη ἥμερα, καί τερμάτιζαν τίς κύριες τελετές τοῦ ἐνταφιασμοῦ. Σέ τί ἀκριβῶς συνίστατο ἡ θυσία αὐτή οὐδαμοῦ ἀναφέρεται. Ξέρουμε μονάχα ὅτι μεταξύ τῶν ἄλλων, ἦταν τέλεια δεῖπνα, γιά τά ὁποία ἦταν ἀπαραίτητη ἡ συνεργασία τελείου μαγείρου. Τά «ἔνατα», καθώς εἴπαμε, συνέκλιναν τίς ἐπικήδειες τελετές. Γι' αὐτό καί ὁ Αἰσχίνης (κ. Κτήσ. 77) ἐλέγχει δριμύτατα τό Δημοσθένη, πού ὅταν ἀναγγέλθει ὁ θάνατος τοῦ Φιλίππου «καίτοι δέν εἶχαν περάσει ἑπτά ἥμερες πού ἔχασε τήν κόρη του. ἐκείνη πού πρώτη τόν εἶχε φωνάξει πατέρα, καί δέν τήν εἶχε πενθήσει ἀ­κόμα οὔτε ἐκτελέσει τά νομιζόμενα, στεφανώθηκε, ντύθηκε στά ἄσπρα κι’ ἔσφαξε βόδι γιά νά γλεντοκοπήσει».
Σέ πολλά μέ­ρη τῆς 'Ελλάδος, ἕκτος ἀπό τά «τρίτα» κι’ ἀπό τά «ἔνατα», ὑπῆρχαν καί οἱ «τριακάδες», τά μνημόσυνα δηλαδή πού γινόντουσαν τήν τριακοστή ἡμέρα μετά τό θάνατο. Σ' ὁλόκληρη ὅμως τήν Ἑλλάδα ἦταν καθιερωμένα τά «ἐναγίσματα», θυσίες πού τίς πρόσφεραν συχνά ἐπάνω στά μνήματα. Τά «ἐναγίσματα» αὐτά τά ἔλεγαν καί «χοές» (νεκρικές σπονδές) ἤ χθόνια λουτρά. Ἐάν πρόσθεταν καί θῦμα ἤ σφάγιο μέ αἱματοχυσία, τή θυσία αὐτή τήν ὀνόμαζαν «αἱμακουρία». Στίς «Χοηφόρες» τοῦ Αἰσχύλου μνημονεύονται πολλές φορές οἱ χοές. Σέ τί ἀκριβῶς συνίστατο οἱ χοές αὐτές βλέπουμε λεπτομε­ρέστερα στούς «Πέρσες» του, ὅπου ἡ Ἄτοσσα βγαίνοντας ἀπό τά ἀνάκτορα, λέει στό χορό τῶν γερόντων:
 
 «Στά μάτια ἐμπρός μου τῶν θεῶν προβάλλει ἡ ἔχθρα
κι’  ὄχι  χαρμόσυνος ψαλμός ἠχεῖ στά αὐτιά μου.
Γιά αὐτό ἐδῶ τώρα ξαναβγῆκα ἀπό τό παλάτι
νωρίς τά’ ἁμάξια καί τά μεγαλεῖα τά πρῶτα,
χοές νά φέρω πρόθυμα πού ἐξευμενίζουν
τούς πεθαμένους, γιά τοῦ γιοῦ μου τόν πατέρα
καθάριο γάλα ἀπό ἄζευτη ἀγελάδα
κι’ ἀπόσταγμα τῆς ἀνθοεργάτρας, ξανθό μέλι,
μαζί μέ τρέξιμο νερό πηγῆς παρθένας 
κι’ αὐτό τό ἀνάμα τ’ ἄδολο ἀπ’ ἄγρια μάννα
καμάρι κι’ ἀναγάλλιασμα παλιοῦ κλημάτου,
κι’ ἀκόμα τῆς σταχτόχλωρης ἐλιᾶς, πού πάντα
μέσ’ στά φύλλα τῆς ζεῖ, καρπό εὐωδιασμένο
κι’ ἄνθη πλεχτά, παιδιά τῆς γῆς τῆς παντοθρόφας.»
 
Βέβαια, ἐδῶ μιλάει μία Περσίδα βασίλισσα. Ἀλλά τά ἔθιμα, πού μέ τόση ποιητική ὀμορφιά ἀπεικονίζει ὁ Αἰσχύλος, εἶναι ἔθιμα ἑλληνικά. Συχνά οἱ θυσίες αὐτές καί οἱ προσφορές ἐπαναλαμβάνονταν καί κατά τά ἐπόμε­να ἔτη, στήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου. Ὑπῆρχε δηλαδή καί τό ἐτήσιο μνημόσυνο τῶν νεκρῶν. Ἕνας ἀπό τούς νόμους τοῦ Πλάτωνα θεσπίζει «ὅταν πεθαίνουνε γονεῖς, ἡ καλλίστη ταφή εἶναι ἡ σωφρονέστατη, οὔτε νά ὑπερβάλλουμε σέ ἐπίδειξη οὔτε καί νά ὑπολειπώμεθα ἀπό τά συνηθισμέ­να πού μᾶς κληροδότησαν οἱ προπάτορες, καί ὅπου συμπληρώνεται χρόνος ἀπό τό θάνατο πρέπει νά ἀπονέμουμε τίς καθιερωμένες τιμές στούς νεκρούς». Γιά τά μνημόσυνα αὐτά ὑπῆρχε ἐπίσης καί ἕνας εἰδικός νόμος τοῦ Χαρώνδα, πού ἐπέβαλλε νά τιμοῦν τούς πεθαμένους «μνήμη ἀγαθῆ καί τή ἐπιφαρά τῶν κατ’ ἔτος ὡραίων». 
Γιά τή διάρκεια τοῦ πένθους, στούς δι­αφόρους τόπους ὑπῆρχαν καί διάφορα ἔθιμα. Ἔτσι στή Σπάρτη, τό πένθος τό περιόριζαν σέ δώδεκα ἡμέρες, σύμφωνα μέ διάταξη τοῦ Λυκούργου (Πλούταρχος «Λυκοῦργος» 27) ὁ ὁποῖος «ΧΡΟΝΟΝ ΠΕΝΘΟΥΣ ΟΛΙΓΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΣΕΝ, ΗΜΕΡΑΣ ΕΝΔΕΚΑ. ΤΗ ΔΕ ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΘΥΣΑΝΤΕΣ ΕΔΕΙ ΔΗΜΗΤΡΙ ΛΥΕΙΝ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ».  Τό πένθος στό Ἄργος διαρκοῦσε ἕνα μήνα, καί τήν ἡμέρα πού ἔληγε θυσίαζαν στόν Ἀπόλλωνα. Ἡ τελευταία αὐτή θυσία γιά τό θάνατο ἦταν καί ἡ τελευταία πράξη τῆς πένθιμης τελετῆς. Καί ἐν Ἀθήναις ἐπίσης φαίνεται ὅτι τελευταῖο ὅριο τοῦ πένθους ἦταν ἡ τριακοστή ἡμέρα. Αὐτά τουλάχιστον συνάγεται ἀπό τά λόγια πού βάζει ὁ Λυσίας (π. Ἔρατ. φόν. 14) στό στόμα τοῦ Εὐφιλήτου γιά τή γυναίκα του: «Τήν εἶδα νά φτιασιδώνεται, ἐνῶ δέν εἶχαν περάσει οὔτε τριάντα ἡμέρες ἀπό τό θάνατο τοῦ ἀδερφοῦ μου». Τήν τριακοστή αὐτή ἡμέρα προσέφεραν καί νεκρική θυ­σία, μέ τήν ὅποια ἔκλεινε ἐπίσημα ἡ χρονική περίοδος τοῦ πένθους.
Μέσα σέ ὅλα τά ἀρχαῖα μνημόσυνα ξεχωρίζει ἰδιαίτερα ἡ εὐσεβής καί εὐγνώ­μων τελετή τῆς νεκρικῆς θυσίας, πού προσέφεραν ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλλάδος οἱ Πλαταιεῖς στούς Ἕλληνες πού εἶχαν πέσει κοντά στήν πόλη τούς ὑπερασπιζόμενοι τήν πατρίδα. Τή θυσία αὕτη, πού τήν ὀνόμαζαν «αμακουρία», οἱ Πλαταιεῖς τή διαφύλατταν εὐλαβῶς καί στούς χρόνους ἀκό­μη τοῦ Πλουτάρχου, καθώς ὁ ἴδιος (Ἀριστ. 21) μᾶς διηγεῖται λεπτομερῶς: «Ὁ Ἀριστείδης πρότεινε ψήφισμα νά ἐπιτρέψουν στούς Πλαταιεῖς νά θυσιάζουν στό θεό ὑπέρ τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν ἐπικυρώθηκε τό ψήφισμα, οἱ Πλαταιεῖς καθιέρωσαν ἐ­πίσημη νεκρική θυσία γιά τούς Ἕλληνες πού εἴχανε πέσει στή μάχη καί ἦταν θαμμένοι στόν τόπο τους. Ἡ θυσία αὐτή γινότανε κάθε χρόνο καί συνεχίζεται ἀκόμη καί σήμερα, τό μήνα Μαιμακτηριώνα, πού οἱ Βοιωτοί τόν λένε Ἀλαλκομένιο. Ἡ τελετή ἀρχίζει κατά τό ἡλιοχάραμα μέ μία ἐπιβλητική πομπή Προηγεῖται σαλπιγκτής, πού σαλπίζει τό πολεμικό θούριο, κι' ἀκολουθοῦν ἅμαξες καταστολισμένες μέ μυρσίνες καί γεμάτες στεφάνια, κι’ ἔπειτα ἕνας κατάμαυρος ταῦρος καί νεκρικές σπονδές μέσα σέ ἀμφορεῖς ξέχειλους ἀπό γάλα κι’ ἀπό κρασί καί λαγήνια μέ μύρο καί μέ λάδι, πού τά κρατοῦσαν νεανίσκοι».
 
 
ΤΑ ΝΕΚΡΙΚΑ ΕΘΙΜΑ
Σέ κανένα δοῦλο δέν ἐπιτρέπεται νά βάλει χέρι ἐπάνω τους γιατί oι πολεμιστές ἐκεῖνοι πεθαίνανε ὑπερασπιζόμενοι τήν ἐλευθερία. Καί μπροστά ἀπό ὅλους βαδίζει ὁ ἄρχων τῶν Πλαταιῶν, πού ἐνῶ τίς ἄλλες ἡμέρες ἀπαγορεύεται καί νά τόν ἀγγίξει κανείς, κι' οὔτε φοράει ἄλλη «ἐσθήτα» ἕκτος ἀπό τή λευκή, τήν ἡμέρα αὐτή εἶναι ντυμένος μέ πορφυρό χιτώνα, ἀνασηκώνει μονάχος του ἀπό τό γραμματοφυλάκιο τήν ὑδρία καί προχωρεῖ ξιφήρης πρός τούς τάφους, περνώντας μέσα ἀπό τήν πόλη. Ὅταν φθάνει στούς τάφους, παίρ­νει νερό ἀπό τήν κρήνη κι' ἔπειτα λούζει ὁ ἴδιος τίς στῆλες καί τίς ἐπιχρίει μέ μύρο. Κι’ ἀφοῦ σφάξει τόν ταῦρο ἐπάνω στήν πυρά κι' εὐχηθεῖ στό χθόνιο Ἑρμῆ καί τό Δία, προσκαλεῖ τούς γενναίους ἄνδρες πού πεθάνανε ὑπέρ τῆς Ἑλλάδος στό δεῖπνο καί στήν «αἱμακουρία». Τέλος, κρατώντας ἕναν κρατήρα κρασιοῦ καί χύνοντας σπονδές, ἐπιλέγει: «Προπίνω γιά τούς γενναίους ἄνδρες πού πεθάνανε γιά τήν ἐλευθερία τῶν Ἑλλήνων».
Ἀφήσαμε τελευταῖα τά νεκρικά ἔθι­μα τῆς ταφῆς καί τῶν τάφων ἀφ’ ἑνός γιά τή σπουδαιότητα τῆς ταφῆς πού ἐθεωρεῖτο καί ἦταν τό πιό κύριο καί καθαυτά κεντρικό σημεῖο, γύρω ἀπό τό ὁποῖο περιστρέφονταν oἱ προλογικές ἐπικήδειες τιμές καί oἱ τελικές ἐπιμνημόσυνες θυσίες, ἀλλά καί γιά τή σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος. Γιατί, γύρω ἀπό τά ἔθιμα τῆς ταφῆς προβάλλει μία βασική καί πρωταρχική ἀπορία : Πῶς γινόταν στήν ἀρχαιότητα ἡ τα­φή· οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τούς ἔκαιγαν τούς νεκρούς ἤ τούς ἔθαβαν; Τέλος, ὑπάρχει τό πλῆθος τῶν συμβολικῶν σκευῶν πού ἀπέβλεπαν στό νά ἐξασφαλίσουν τήν αἰωνιότητα τῆς μνήμης τοῦ νεκροῦ, πού διατηρήθηκαν ἐπί ὁλόκληρους αἰῶνες μέσα στά σπλάχνα τῆς γῆς καί ξαναβγῆκαν ἔπειτα στό φῶς, γά νά χρησιμεύσουν ὡς τεκμήρια τῆς εὐσέβειας καί τῆς εὐλάβειας τοῦ ἀρχαίου βίου τά ὁποία ὅμως ἄν καί ποικιλοτρόπως τά ἐξετάσανε καί τά μελετήσανε ἀρχαιολόγοι καί ἄλλοι σοφοί, ἐξακολουθοῦν νά προκαλοῦν σοβαρές ἀμφιγνωμίες καί συζητήσεις. Γιατί ὅσοι ἀσχολήθηκαν μέ αὐτά δέ συμφωνοῦνε πάντοτε γιά τήν ἑρμηνεία τους.
Καί σ’ αὐτήν ἀκόμα τήν ἀπώτατη ἀρχαιότητα ἐπικρατοῦσε ἡ δοξασία ὅτι ἄταφος νεκρός δέν ἤτανε δεκτός στήν αἰ­νία τοῦ κατοικία, τόν Ἅδη, ἄλλα περιπλανιότανε ταλαίπωρος. Ἔτσι, ἡ σκιά τοῦ Πατρόκλου παρακαλεῖ ἐναγωνίως τόν ἀγαπημένο του φίλο, τόν Ἀχιλλέα (Ἰλ. ψ'71): «Θάψε μέ ὅσο τό δυνατό γρηγορότερα γιά νά περάσω τίς πύλες τοῦ Ἅδη, γιατί oἱ ψυχές οὔτε κάν νά πλησιάσω μ’ ἀφήνουνε, κι’ ἔτσι περιπλανῶμαι ἐδῶ κι’ ἐκεῖ, τριγύρω ἀπό τό εὐόπυλο δῶμα τοῦ Ἅδη». Ἀλλά εὐθύς ἀμέσως ἀναφύεται τό ζήτημα, ἡ ταφή γινότανε μέ καύση ἤ μέ ἁπλό θάψιμο στή γῆ.
Ὅτι ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἦταν ἐν χρήσει στήν Ἑλλάδα ἄπ’ ἀρ­χαιοτάτων ἤδη χρόνων, αὐτό ἐξάγεται ἀπό τά ὁμηρικά ποιήματα, ὅπου βλέπουμε ὅτι καίονται ὅλοι τουλάχιστον οἱ πολυτίμητοι νεκροί. Στό λοιμό ἤ μάλλον στή θεομηνία, τή θεόσταλτη δηλαδή ἀρρώστια στό προοίμιο τῆς «Ἰλιάδος» (A'52), βλέπουμε ὅτι «ΑΕΙ ΠΥΡΑ ΝΕΚΡΩΝ ΚΑΙΟΝΤΟ ΘΑΜΕΙΑΙ». Ἀλλοῦ (H'328) ὁ Νέστορας προτρέπει τούς Αχαιούς νά κάψουν τούς νεκρούς: «Πολλοί Ἀχαιοί σκοτωθήκανε καί τό μαῦρο τούς αἷμα τό σκόρπισε καλλίρροο ὁ σκληρόκαρδος Ἄρης γύρω ἀπό τό Σκάμανδρο γι’ αὐτό, μόλις χαράξει, πρέπει νά σταματήσει ἡ μάχη καί νά μεταφέρουμε τούς νεκρούς ἐδῶ ἀπάνω σέ βόδια καί σέ μουλάρια· ἔπειτα θά τούς κάψουμε μπροστά στά καράβια μας, ὥστε, ὅταν γυρίσουμε στήν πατρίδα, νά πᾶμε στά παιδιά τούς τά κόκαλα». Παρόμοια καί oι Τρῶες (Ἰλ. Ω' 786) τό νεκρό του Ἕκτορα «τόν ἀπιθώσανε ἀπάνω στό σωρό τῶν ξύλων, καί ἔπειτα ἔβαλαν φωτιά».
Γιά τήν καύση τοῦ νεκροῦ ἐτοιμαζόταν πυρά ἀπό συσσωρευμένα ξύλα, ὅπως βλέπουμε στήν ὡραία καί τόσο συγκινητική περιγραφή τῆς καύσεως τοῦ Πατρόκλου (Ἰλ.ψ'1 63)."Ἔπειτα ὁ νεκρός, χρισμένος μέ μῦρα καί σκεπα­σμένος μέ πολύτιμα ἱμάτια. μεταφέρετο ἀπάνω σέ φέρετρο (νεκροφόρα κλίνη) ἀπό τούς φίλους του. Στήν ἐκφορά αὐτή κρατοῦσαν ἰδίως μέ εὐλάβεια καί κατάνυξη τό κεφάλι τοῦ πεθαμένου ὅπως ὁ Ἀχιλλέας (Ἰλ.ψ'134) κρατάει τό κεφάλι τοῦ Πατρόκλου: «Τόν Πάτροκλο τόν κομίσανε oἱ φίλοι στό δρόμο σκεπάσανε τό νεκρό μέ τά μαλλιά τους, πού τά κούρευαν καί τά ρίχνανε ἀπάνω του· τό κεφάλι του τό κρατοῦσε ὁ θεϊκός Ἀχιλλέας, μαραμένος ἀπό τή λύπη». Κατόπιν τοποθετοῦσαν τό νεκρό πάνω στήν πυρά, καί ἐπειδή οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πίστευαν ὅτι oι νεκροί συνεχίζανε καί στόν Ἅδη τά προσφιλῆ τους ἔργα, ἔριχναν μέσα στίς φλόγες ὄπλα, καί ὅ,τι ἀγαποῦσε ὁ νεκρός στή ζωή του, καθώς καί λαγήνια μέ μέλι καί λίπος.
 Τό λίπος πού ἀναφέρεται ἐδῶ χρησίμευε γιά νά θρέφει τή φλόγα καί τό μέλι εἶχε πιθανῶς ἀλληγορική σημασία, σήμαινε δηλαδή τό μείλιγμα καί τήν ἐξιλέωση τοῦ θανάτου. Μέχρις ὅτου ἀπανθρακωθεῖ ἡ πυρά, ἕνας ἀπό τούς φίλους ράντιζε ἀδιάκοπα τή φλόγα μέ κρασί, προσφωνώντας δυνατά τό νεκρό, καί ἐπί τέλους ὅλοι οἱ παρόντες ἀποσβήνανε μέ κρασί τά ξύλα πού ἦταν ἀκόμη ἀναμμένα.
Σχετικά μέ τά νεκρικά ἔθιμα, γιά τά ὁποία μιλήσαμε ἀνωτέρω, προ­σθέτουμε ὅτι καί ἡ ταφή καί ἡ καύση τῶν νεκρῶν ὑπῆρχαν παραλλήλως. Ἐπεβάλλετο δέ ἡ ὑποχρέωση ὅπως καλύπτουν καί αὐτούς ἀκόμη τούς ἀγνώστους νεκρούς ἔ­στω καί μέ λίγες χοῦφτες χῶμα. Μετά τήν μάχη περισυνέλεγαν ἀμέσως τούς νεκρούς καί τούς ἔθαβαν, κατά πατροπαράδοτο δέ ἄγραφο νόμο. Ἡ ἐγκατάλειψη τῶν ἄταφων νεκρῶν, ἐθεωρεῖτο μέγιστο ἀδίκημα. Τούς νεκρούς τῶν πολέμων τούς ἔθαπταν σέ κοινούς τάφους πού τά ἔλεγαν «πολυάνδρια» ἤ «κοινοτάφια».
Τά λείψανα τῶν φτωχῶν τάξεων τά ἔβαζαν μέσα σέ ξύλινες λάρνακες («σοροί»). Οἱ σοροί αὐτοί κατασκευάζονταν καί ἀπό πηλό, ἐνίοτε δέ καί ἀπό λίθους, ὅπως ἡ σαρκοφάγος λίθος τῆς πόλης Ἄσσος (πόλη τῆς Ν. Ἀσίας πρό τοῦ 1000 π.Χ. ἴσως ἦταν πρωτεύουσα τῶν Λελέγων), ἀπό τήν ὁποία προῆλθε καί ἡ νεώτερη γενική ὀνομασία «σαρκοφάγοι». Ἀλλά χρησιμοποιοῦντο καί ἄλλες ὕλες, ὅπως τά μ­ταλλα, τό χρυσάφι κλπ.
 
Κάρνειος
karneios@otenet.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου