Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ ( Γένεση κανόνων δικαίου μέσα από τις τραγωδίες)


 


                                  ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ Θ. ΑΝΔΡΕΟΥ 

                                  ΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ
         ( Γένεση κανόνων δικαίου μέσα από τις τραγωδίες)


                               Αθήνα 2018


          Θα προσπαθήσω να αναπτύξω  συνοπτικά ένα θέμα, που πολλοί παρορούν στο Αρχαίο Δράμα, είτε γιατί επικαλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από τα υψηλά ανθρωπιστικά, ηθικά και ιδεαλιστικά διδάγματα αυτού, είτε γιατί είναι τα ρινίσματα σκόρπια. Το θέμα είναι η γένεση του δικαίου και των κανόνων αυτού μέσα από τις Τραγωδίες.
          Συνηθίζουμε να λέμε ότι το δίκαιο γεννήθηκε στη Ρώμη, ενώ το ορθό είναι να λέμε ότι η Ρώμη συστηματοποίησε το δίκαιο, το ερεύνησε, το μελέτησε, το επεξέτεινε και το έκανε αντικείμενο σπουδής επιστημονικής.
          Δικαιογενετικό υλικό, βεβαίως, προϋπάρχει του αρχαίου δράματος. Πλήθος στοιχείων και αναφορών βρίσκουμε στα Ομηρικά έπη και κυρίως στα έργα του Ησιόδου. Όμως, για να προβάλουν και να στηρίξουν οι μεγάλοι αυτοί ποιητές, αλλά και πολλοί άλλοι κατοπινοί, μέχρι τα κλασικά χρόνια της απογείωσης της ελληνικής σκέψης, την έννοια και ιδέα της δικαιοσύνης, την ενέπλεξαν με τους θεούς. Θεσμοί του δικαίου και θεϊκή τάξη πραγμάτων εμπλέκονται στον ύψιστο βαθμό.
          Ο στοχασμός των τραγικών ποιητών απαγκίστρωσε τη θεμελιακή αυτή δικαιϊκή αντίληψη και δημιούργησε βάσεις δικαίου για τον άνθρωπο από τον άνθρωπο. Οι ωδίνες του τοκετού  του ανθρωποκεντρικού δικαίου και μακρές και επίπονες υπήρξαν.
          Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως στοιχεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, που έκαναν αίσθηση και άφησαν ενεή την ανθρωπότητα. Η νομική έρευνα, ενδελεχής και επισταμένη, στις αρχαίες τραγωδίες, θα καταδείξει ότι γενικές αρχές του δικαίου που ισχύουν σήμερα στα δίκαια των δημοκρατικών κρατών, γεννήθηκαν πριν την εμφάνισή τους στο Ρωμαϊκό δίκαιο, εδώ στην Ελλάδα, από την σκέψη των μεγάλων τραγωδών της. Θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα:
Οι φοιτητές  της Νομικής στην Γαλλία, αλλά και αλλού, για να αντιληφθούν την διάκριση του ανθρώπου από τα «πράγματα» και του φυσικού δικαίου από το θετικό δίκαιο, παραπέμπονται σε στίχους της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Εκφράζονται  στις τραγωδίες θεμελιακά νομικά αξιώματα, σχεδόν όπως αυτά ισχύουν σήμερα στα σύγχρονα δικαϊκά συστήματα: Η υπεροχή του φυσικού δικαίου έναντι του θετού δικαίου, το δικαίωμα της αντίστασης σε κάθε μορφή αυθαίρετης κρατικής εξουσίας, ο απόλυτος σεβασμός στο δεδικασμένο μιας δικαστικής απόφασης, όσο άδικη και να είναι, το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας, η αυθεντία του δικαίου, ο έλεγχος του Δικαστού, κοινωνικός και νομικός, η αρχή της νομιμοποίησης κάθε εξουσίας, η αρχή της ισονομίας και της ισοπολιτείας, η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, η αρχή να μην δικάζεται κανείς ανήκουστος, οι αρχές της δίκαιης δίκης και της δικαστικής αμεροληψίας, η ίση προστασία ημεδαπών και αλλοδαπών, οι ασφαλείς δικονομικές εγγυήσεις, ο ηθικός καθαρμός του δράστη μέσω της ποινής, είναι μόνο κάποια από αυτά τα νομικά αξιώματα. Η «εξανθρώπιση» της δικαιοσύνης και η νέα οριοθέτηση των στοιχείων, που συνθέτουν την έννοια και το περιεχόμενό της, γίνεται από τους τραγικούς ποιητές και ιδίως από τον Ευριπίδη, η προσπάθεια των οποίων οδηγεί στην απελευθέρωση του δικαίου από θεοκρατικές θεμελιώσεις και αγκυλώσεις. Ο  Ευριπίδης βάζει στο στόμα του Ίωνα τα εξής λόγια:
«Αλίμονο
Φοβερό, ότι για τους θνητούς τους νόμους όχι σωστά
τους θέσπισε ο θεός κι ούτε με σοφή σκέψη.
Δεν θα 'πρεπε αλλιώς ν΄αφήνουν τους κακούς να κάθωνται
στο βωμό,
αλλά να τους αποδιώχνουν. Ούτ’ είναι καλό, ν΄ αγγίζουν
τους Θεούς με τα πονηρά τους χέρια. Μόνο οι δίκαιοι
θα΄πρεπε να μπορούν να κάθωνται στους βωμούς, σαν αδικούνται
και να μην έχουν το ίδιο δικαίωμα
με τον κακό όταν ζητάνει προστασία».
          Ο ίδιος στην τραγωδία «Ηλέκτρα» χαρακτηρίζει άδικη πράξη τη θεϊκή εντολή του Απόλλωνα να διαπράξει ο Ορέστης μητροκτονία. Βάζει τους Διόσκουρους να λένε στον Ορέστη:
          «Είδαμε τη σφαγή τούτης εδώ της αδερφής μας που είναι και δική σου μάνα. Δίκαιη ήταν η τιμωρία της, μα όχι  και η δική σου  πράξη. Ο Φοίβος, μάλιστα ο Φοίβος – μα είν’ αφέντης μου κι ας μην μιλώ- μ΄ όλη του τη σοφία σοφό χρησμό  δεν σου 'δωσε».
          Στην τραγωδία «Ορέστης», πάλι του  Ευριπίδη, η Ηλέκτρα ξεσπάει:
          «Άδικος ο Φοίβος. Άδικα είπε και έκανε όταν στον τρίποδα πάνω της Θέτιδας της μάνας μου τον θάνατο όρισε»
          Το κτύπημα της «αδικίας» των Θεών γίνεται πιο σκληρό στον Αισχύλο. Στον Προμηθέα μετατρέπεται μια ιστορία θεογονίας σε μια ευθεία θεοδικία. Ο Αισχύλος επιχειρεί σκληρή, βίαιη και μανιασμένη επίθεση στην άδικη εξουσία των θεών, στο άδικο και αυθαίρετο  δίκαιο.
          Σύστοιχες και όμοιες είναι οι τοποθετήσεις του Σοφοκλή για το θέμα αυτό της θεϊκής αδικίας. Στον Φιλοκτήτη του ο ίδιος απορεί:
          «… Μα τι να λέει κανείς
          πώς να το εγκρίνει όταν
          ενώ  επαινεί  τα θεία έργα
          άδικους τους θεούς βρίσκει μπροστά του…».
          Επειδή το όλο θέμα, το οποίο προσπαθούμε  να αναλύσουμε είναι  μεγάλο και έχει επικαλυπτόμενες πτυχές, ίσως θα ήταν πιο χρήσιμο να επικεντρωθούμε σε λίγα έργα ή χωρία τους, για να γίνει  κατανοητό το μείζον από την κατανόηση του ελάσσονος.
Α) Μήδεια του Ευριπίδη:
Η τραγωδία αυτή, εκτός από κοινωνική, πολιτική σημασία, έχει πρωτίστως δικαιογενετική τοιαύτη. Γίνεται έρευνα στο χώρο του δικαίου της Πόλης. Περισυλλέγεται το νομικό  υλικό και αρθρώνεται δημόσια η νομική σκέψη. Η Μήδεια είναι η ίδια η κοινωνία που προσπαθεί να δημιουργήσει δίκαιο, μεταπλάθοντας παλιούς κανόνες δικαίου και εφευρίσκοντας νεωτεριστικούς και ρηξικέλευθους. Από την  Ευριπίδεια σκέψη απουσιάζουν εντελώς οι Θεοί. Οι ήρωες έχουν δική τους αυτόνομη βούληση, δρουν μόνοι τους και με δικές τους αποφάσεις, μακριά από θεϊκές επεμβάσεις που να υποκινούν ανθρώπινες συμπεριφορές. Η οδύνη της  Μήδειας δεν είναι ο φόβος της απροστάτευτης γυναίκας, ούτε η έλλειψη του έρωτα. Η αιτία του πόνου της είναι η αδικία και αυτό προκύπτει από πολλούς στίχους. Στα μάτια της Μήδειας, που εκφράζει το πρωτόγονο και βαρβαρικό δίκαιο, ο Ιάσονας είναι ο ελεεινός κερδοσκόπος και συμφεροντολόγος, ο κυνικός  και αδιάντροπος. Για την επιτυχία των ωμών σκοπών παίρνει τη Μήδεια γυναίκα του, την παρατάει αυτή και τα παιδιά του, για να πάρει άλλη γυναίκα πλούσια, την κόρη του βασιλιά της Κορίνθου. Η Μήδεια φωνάζει:
«Άτιμε, γιατί αυτή΄ναι η πιο μεγάλη
βρισιά που΄χω να πω στην αναντρία,
ήρθες σ΄ εμάς ο εχθρός, μπροστά μας ήρθες
ο πάρα πολύ μισητός σ’ εμέ και σ΄ όλους,
θεούς και ανθρώπους; Όχι, δε λογιέται
θάρρος αυτό ή παλικαριά, να βλάφτεις
τους φίλους και μετά να τους κοιτάζεις
ολόισα στα μάτια, αναίδεια είναι,
η πιο τρανή μες στους θνητούς αρρώστια
καλά έκανες κι ήρθες την ψυχή μου
έτσι θα ξαλαφρώσω βρίζοντάς  σε,
κι εσύ θα πικραθείς ακούγοντάς με.
Από τα πρώτα πρώτα θα μιλήσω.
Σ΄ έσωσα, καθώς ξέρουν όσοι μπήκαν
Έλληνες στην Αργώ μαζί σου τότε,
που τους φλογόπνους να δαμάσεις ταύρους
σε  στείλαν και με ζεύγλες το χωράφι
να σπείρεις το θανάσιμο, εγώ πάλι,
το δράκοντα που ακοίμητος φυλούσε,
μες στις σφιχτές θηλιές του ανακρατώντας
το χρυσό δέρας, σκότωσα, μπροστά σου
της σωτηρίας απλώνοντας το φέγγος.
Πρόδωσα το γονιό μου και το σπίτι
και πιότερο απ’ τον έρωτα σπρωγμένη
παρά  απ’ τη φρονιμάδα ήρθα μαζί σου
στην Ιωλκό, στα μέρη εκεί του Πηλίου
και με τα ίδια χέρια των παιδιών του
σκότωσα απαίσια τον Πελία κι όλο
το σπιτικό του αφάνισα. Κι ενώ είδες,
πανάθλιε, τόσα από με καλά, μ΄αρνιέσαι
κι έσμιξες με καινούρια νύφη, ας έχεις
παιδιά, τι αν ήσουν άτεκνος ακόμη,
θα σου συγχώραγε κανείς τον πόθο
για νέο κρεβάτι. Η πίστη πάει των όρκων
κι ούτε μπορώ να ξέρω τι λογιάζεις
πως οι θεοί που κυβερνούσαν τότε,
δεν κυβερνούνε τώρα ή πως εμπήκαν
καινούριοι νόμοι στους θνητούς; Το ξέρεις
πως ορκοπάτης φάνηκες σε μένα».

Ο Ιάσονας κάνει όσα κάνει, γιατί έχει το ισχύον τότε τυπικό δίκιο με το μέρος του, σύμφωνα με το οποίο ο άνδρας έχει  την δυνατότητα να εγκαταλείψει αναίτια τη γυναίκα του. Ο ίδιος, φερόμενος ως «πολιτισμένος νόμος», δίνει το απόλυτο  δικαίωμα στον άρχοντα Κρέοντα, να απελάσει την Μήδεια και τα παιδιά της απ΄την πόλη, χωρίς αδίκημα, χωρίς δίκη. Η Μήδεια ανακαλύπτει και διαπιστώνει το κενό του δικαίου, την απουσία δηλαδή δικαστή να δικάσει τον Ιάσονα και τον Κρέοντα, που αδικούν κατάφωρα και ωμά. Κλιμακώνει την κραυγή της αγωνίας της για την επικράτηση του αδίκου και την ατιμωρησία των αδίκων, ζητεί το «τραγικό αιτούμενο» και το βρίσκει με το τριπλό αποτρόπαιο έγκλημά της, προμελετημένο καθ΄ όλα, σκοτώνοντας  τον Κρέοντα, την κόρη του Γλαύκη και τα δυο παιδιά της. Ο τραγικός προβληματισμός  υποκρύπτει τραγικούς νομικούς προβληματισμούς.  Το έγκλημα  έγινε γιατί δεν τιμωρήθηκαν νομικά οι αιτίες του. Oι θεατές του έργου αυτού στα 431π.Χ είχαν στο νου τους την κατάπτωση των ηθικών αξιών, τη δίψα για εύκολο και γρήγορο πλουτισμό και τον επερχόμενο πόλεμο με τους Σπαρτιάτες. Κάποιοι απ΄αυτούς σκέφτονταν την αδικία και την καταπίεση που ίσως έκρυβε ο αθηναϊκός γυναικωνίτης, το βασίλειο και συγχρόνως η φυλακή της γυναίκας. Πάντως όλοι λησμονούσαν ότι και η γυναίκα τότε είχε δικαίωμα απόλειψης, εγκαταλείψεως δηλαδή του άνδρα, με έγγραφη  δήλωση στον άρχοντα.
Β) Η αντικειμενική ευθύνη
          Όσο ψηλά και αν ανέβασε τον αξιακό, ηθικό και δικαιϊκό πήχυ το αρχαίο δράμα, δεν μπόρεσε να επεξεργασθεί και να θεμελιώσει την υποκειμενική ευθύνη του δράστη ενός εγκλήματος, αυτό που λέμε στη σύγχρονη νομική επιστήμη υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Υπονοείται και υφέρπει αυτή και προκύπτει εξ αντιδιαστολής ή εκ του αποτελέσματος, από το τι παθαίνουν οι ήρωες, που οι πράξεις τους πληρούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και μόνον. Έτσι, ο μεγαλύτερος αθώος δράστης όλων των εποχών, ο Οιδίποδας, τιμωρείται γιατί σκότωσε χωρίς δόλο και ευθύνη τον πατέρα του Λάϊο και έγινε αιμομίκτης με την μητέρα του Ιοκάστη, χωρίς γνώση και δίχως υποψία. Η ευθύνη του ήταν αντικειμενική, γιατί διέπραξε τις πράξεις αυτές και η έλλειψη πρόθεσης, βούλησης και γνώσης παρέμειναν αδιάφορες. Το ίδιο συμβαίνει με την Δηϊάνειρα στο έργο του Σοφοκλή «Τραχίνιες» που σκοτώνει τον αγαπημένο της σύζυγο, τον Ηρακλή, με το δηλητηριασμένο χιτώνα. Αντικειμενικοποίηση της ευθύνης έχουμε και στον «Φιλοκτήτη», πάλι του Σοφοκλή,  αφού ο ήρωας δεν γνώριζε ότι πάτησε ιερό χώρο στο νησί Χρύσα, κοντά στη Λήμνο.
Γ) «Ευμενίδες», μια δίκη πρότυπο, μια δίκη που θεμελιώνει δίκαιο και νομικές διαδικασίες.
          Το περιεχόμενο του έργου του Αισχύλου «Ευμενίδες» είναι η διεξαγωγή μιας δίκης. Σ΄αυτή κρίνεται η ενοχή ή η αθωότητα του μητροκτόνου Ορέστη. Οι δικονομικοί κανόνες της δίκης αυτής στοιχούνται με αντίστοιχους προηγμένου δικαίου. Έχουμε κατήγορους κι αυτοί είναι οι Ερινύες, υπάρχει υπερασπιστής του κατηγορουμένου κι αυτός είναι ο θεός Απόλλωνας, ο οποίος είναι συγχρόνως και μάρτυρας υπερασπίσεως. Υπάρχουν δικαστές θεοί, αλλά λειτουργούν ως «ορθοφρονούντες πολίτες» και βέβαια υπάρχει Πρόεδρος του Δικαστηρίου, που είναι η ίδια η θεά Αθηνά. Οι δικαστές ένορκοι έχουν δώσει τον όρκο της αμεροληψίας. Όλοι οι παράγοντες της δίκης έχουν ίσα δικαιώματα, μπορούν ελεύθερα να μιλούν και να εκφράζουν τις θέσεις και απόψεις τους. Υπάρχει ίση μεταχείριση. Γίνεται ίδρυση  Δικαστηρίου με διακηρύξεις που εξασφαλίζουν τις προϋποθέσεις δίκαιης δίκης, τέτοιες που  η σύγχρονη νομική επιστήμη των πολιτισμένων κρατών έχει και σεμνύνεται γι΄αυτές. Η Παλλάδα με σταθερή και αποφασιστική φωνή λέει:
«…Αφού λοιπόν το πράγμα έφτασε ως εδώ,
ιδρύω θεσμό σεβαστό στους αιώνες:
να δικάζουν φόνους δικαστές ορκωτοί.
Εσείς να προσκομίσετε μάρτυρες και τεκμήρια
για να στηρίξουν την ορθότητα της κρίσης.
Θα επιλέξω τους κατάλληλους πολίτες
να διακρίνουν την αλήθεια στην υπόθεση και θα ξανάρθω.
Θα τιμήσουν τον όρκο τους χωρίς να παραβούνε τη συνείδηση τους..».

          Θεσμοθετούνται εγγυήσεις αναζητήσεως της ουσιαστικής αλήθειας από «αποδεκτούς» και αμερόληπτους δικαστές, που θα ορκισθούν ότι θα εκτελέσουν δίκαια και αμερόληπτα το καθήκον τους. Και η κρίση πρέπει να ερείδεται σε ισχυρά και αδιάσειστα τεκμήρια, σε αμάχητες αποδείξεις και αλήθειες. Αλλά και το τελετουργικό της έναρξης  της δίκης είναι αξεπέραστο στους αιώνες. Η σιγή που επιβάλλεται σημαίνει σεβασμό στο θεσμό, όχι στις παρεμβάσεις και στις επιρροές κάθε είδους, όχι στις κολακείες ή στις απειλές. Η Αθηνά λέει:
« Κήρυκα διαλάλησε και βάλε τάξη στο λαό
κι η βροντερή τυρρανική σάλπιγγα
χορταίνοντας ανθρώπινη πνοή
τρανή λαλιά στο πλήθος να σκορπίσει.
Καθώς γεμίζει δικαστές το Βουλευτήριο,
ως απλωθεί σιγή για ν΄ ακουστεί στην πόλη
ο θεσμός που ιδρύω στον αιώνα τον άπαντα
και τούτοι εδώ ν΄αξιωθούν μια δίκαιη κρίση»
          Η έναρξη της δίκης από την Αθηνά, Πρόεδρο, ομοιάζει με όσα  η διάταξη του άρθρου 343 της ισχύουσας σήμερα στην Ελλάδα Ποινικής Δικονομίας. Λέει η Παλλάδα:
«Την έναρξη κηρύσσω και πάρτε σεις το λόγο.
Μιλώντας ο κατήγορος απ΄την αρχή
θα μας φωτίσει για το βάθος της υπόθεσης»
          Και η Δικονομία μας:
          «Ο Δημόσιος κατήγορος ή ο Εισαγγελέας απαγγέλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία».
          Η δίκη και οι διαδικασίες καθόλου δεν διαφέρουν απ΄ότι σήμερα ισχύει. Ένταση, ζήλος για την προώθηση των απόψεων των διαδίκων, ερωτήσεις, απαντήσεις, προσπάθεια συναισθηματικής φόρτισης των ενόρκων, ομολογία του Ορέστη, εξέταση μαρτύρων, εκνευρισμός του υπερασπιστή Απόλλωνα, αντιφάσεις, αυτοαναιρέσεις, προβολή ελαφρυντικών και τέλος η ήρεμη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Τέλος ο λόγος δίδεται στις κατηγόρους Ερινύες και στον υπερασπιστή Απόλλωνα, κάτι που και σήμερα γίνεται, αφού ο λόγος δίδεται στον Εισαγγελέα και τελευταία στον κατηγορούμενο. Ακολουθεί η ψηφοφορία και η έκδοση της απόφασης, την οποία απαγγέλει η Πρόεδρος Θεά Αθηνά. Είναι αθωωτική, γιατί ο κανόνας είναι ότι επί ισοψηφίας ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται.
          Έκσταση και δέος διατρέχει τον κάθε πολίτη και ιδίως τον σύγχρονο νομικό, όταν μελετήσει την τραγωδία αυτή.
Δ) Ευθύνη των επιγόνων για το έγκλημα- Συλλογή ευθύνη.
                   Οι τραγικές ποιητές προβάλλουν την ευθύνη των επιγόνων για προγονικά εγκλήματα ή για κατάρες θεϊκές που πληρώνει ολόκληρο το γένος και η Πόλη, και το κάνουν για να διδάξουν ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή είναι άδικο να τιμωρούνται αθώοι για πράξεις ή παραλείψεις άλλων. Τέτοια στοιχεία υπάρχουν άφθονα στις τραγωδίες του κύκλου της κατάρας των Λαβδακιδών και ιδίως στην τραγωδία «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου. Ο φτωχός και αθώος λαός της Θήβας κινδυνεύει να αφανισθεί από τα εκούσια ή ακούσια λάθη του Λάϊου και του Οιδίποδα. Θυμόμαστε, βέβαια, την ποινή που επέβαλαν οι Μινωΐτες στους Αθηναίους, να στέλνουν κάθε χρόνο επτά νέες και επτά νέους για θυσία στον Μινώταυρο και τη λύτρωση από τον Θησέα, το «Κυλώνειο άγος» στην Αθήνα, στα προκλασικά χρόνια, την τιμωρία αυτή στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη κ.τ.τ. Την συλλογική ευθύνη και τιμωρία αναβίωσαν οι Ναζιστές στα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν εξόντωσαν χιλιάδες ανθρώπους για έγκλημα που έκανε ένας όχι απ΄αυτούς και για το οποίο νομικά ήταν ατιμώρητος, αφού τον εχθρό πολεμούσε. Άλλο παράδειγμα τέτοιας ευθύνης και τιμωρίας είναι η τιμωρία των Λοκρών για την ανίερη πράξη του Αίαντα, γιου του Οϊλέα, που επιχείρησε στην Τροία να βιάσει την Προφήτισσα Κασσάνδρα, την κόρη του Πριάμου, αλλά ας δούμε αυτή μέσα απ΄τους στίχους ενός δικού μου ποιήματος:

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΛΟΚΡΩΝ

Είμαι ο Έρεχθος, ένας απλός Λοκρός γεωργός.
Εμένα όρισαν να τραβήξω τους κλήρους
που θα στείλουν τις δύο παρθένες κόρες
στην Τροία,
ικέτιδες στο Ναό της Αγρίσκας Αθηνάς,
βαριά πληρωμή για την ανόσια κι ανίερη πράξη
του Αίαντα, του γιου του Οϊλέα,
σε βάρος της προφήτισσας Κασσάνδρας,
στο μεγάλο πόλεμο.

Δεν μπορώ ν’ αντικρίζω τις νέες στα μάτια,
τα γεμάτα αγωνία και θλίψη,
ούτε τα χέρια τους που σφιχτά δένονται
με εκείνα των γονιών τους.

Το χέρι μου τρέμει και συλλογιέμαι:
Γιατί η πανούκλα ν’ απλωθεί στη Λοκρίδα;
Τί τάχα εμείς φταίμε για τα κρίματα των προγόνων
και να πληρώνουμε για χίλια χρόνια;

Στ’ αλήθεια, τι φταίνε οι παρθένες;
Ξυπόλυτες, ρακένδυτες και με ξυρισμένο κεφάλι,
να υπηρετούν την Παλλάδα
μέχρι τα βαθιά γηρατειά τους.
Να γερνούν εκεί στ’ άφιλα μέρη,
ξένες στους ξένους,
μέχρι να βρεθούν στον άδοξο τάφο,
και τη θέση τους να πάρουν
ισάριθμες, άλλες το ίδιο άμοιρες κοπέλες,
να ξεπληρώσουν κι αυτές, οι αθώες,
κάποιου  άφρονα τις άνομες πράξεις,
που στο κάτω-κάτω
πλήρωσε με τη ζωή του γι’ αυτές
σε 'κείνο το θεόσταλτο ναυάγιο στον Καφηρέα.

Το καράβι που θα τις πάρει
άραξε στ’ ακροθαλάσσι,
κι οι ναύτες που θα τις αρπάξουν
βγήκαν στη στεριά,
κι εγώ πρέπει ν’ αρχίσω τ’ άχαρο έργο
που η μοίρα κι η άστοργη Παλλάδα
μου όρισαν...

Ε) Η δίκη των όπλων:
          Ο τρόπος με τον οποίο δόθηκε η πανοπλία του Αχιλλέα στον Οδυσσέα  και όχι στον Αίαντα, που ήταν ο πιο γενναίος και την εδικαιούτο, είναι μια ξεκάθαρη  δικαστική λαθροχειρία, μια στημένη καθ΄όλα δικαστική κρίση. Το πραγματικό της υποθέσεως αυτής, που βρίσκεται στους στίχους 543 έως 567 της Οδύσσειας του Ομήρου, συγκίνησε πολλούς και φυσικά τον Σοφοκλή, ο οποίος στην τραγωδία του «Αίας», διδάσκει ότι η απόφαση των κριτών- δικαστών βασιλιάδων δεν ήταν απλώς πλανημένη, αλλά απολύτως μεροληπτική και «φτιαχτή». Ας θυμηθούμε ότι και ο Σωκράτης στην απολογία του μιλάει για την αδικία αυτή. Ας μην λησμονούμε επίσης ότι και ο ήρωας Παλαμήδης πέθανε από μια άδικη απόφαση. Η κλεμένη τιμή του Αίαντα και η καταπάτηση της αξιοκρατίας, κλασική περίπτωση δικαστικής μεροληψίας, έγινε φάρος στους αιώνες να φωτίζει τους σκιερούς και υπόγειους δρόμους της δικαστικής λειτουργίας, που πολλές φορές υποκύπτει σε πολιτικές κυρίως, αλλά και οικονομικές σκοπιμότητες. Από την νεοελληνική  δικαιϊκή πραγματικότητα  θυμόμαστε τις άδικες δίκης του Κολοκοτρώνη,  του Γιάννη Μακρυγιάννη, του Θεόφιλου Καΐρη και του Απόστολου Μακράκη.
          Στην Ιλιάδα, Ραψωδία Σ (στίχοι 468-614) έχουμε περιγραφή λεπτομερειακή των όπλων του Αχλιλλέα, τα οποία σφυρηλάτησε ο Ήφαιστος με παράκληση της θεάς Θέτιδος, για το γιο της. Στους παρακάτω στίχους μιλάει ο Οδυσσέας για τον Κάτω Κόσμο, που πήγε και έχουμε:
“ Των άλλων των νεκρών που εχάθηκαν στεκόταν πικραμένες
μπρος μου οι ψυχές, και για τις έγνοιες τους η κάθε μια ρωτούσε.
Και μοναχά του Αίαντα απόμερα του γιου του Τελαμώνα,
στεκόταν, άπαυτα χολιάζοντας μαζί μου για τη νίκη,
που 'χα νικήσει στα καράβια μας, στην κρίση που ΄χε ορίσει
η Θέτη η σεβαστή για τ' άρματα του γιου της τίνος είναι.
Κι ήταν των Τρώων οι γιοι που δίκαζαν μαζί με την Παλλάδα.
Αχ, να γνόταν να μην κέρδιζα τέτοιο βραβείο ποτέ μου!
Τι η γης απ' αφορμή τους σκέπασε τρανό αντρειωμένο τότε,
τον Αίαντα, πρώτος που ξεχώριζε σ' αντρειά και κάλλη απ' όλους
τους Δαναούς, εξόν τον άψεγο γιο του Πηλέα μονάχα”.
“Γυρνώντας τότε με γλυκόλογα του μίλησα και του ΄πα.
Αίαντα, γιε αντριωμένε του άψεγου Τελεμώνα, αλήθεια
μαζί μου το θυμό για τ' άρματα δεν ξέχασες ακόμα
-ανάθεμά τα- και που πέθανες; τα βάλαν για κακό μας
οι αθάνατοι, τι αλήθεια χάσαμε τον πύργο μας, κι οι Αργείτες
νεκρόν αλάγιαστα σε κλαίγαμε, καθώς και του Πηλέα
το γιο τον Αχιλλέα θρηνήσαμε. Δε φταίει κανένας άλλος,
μονάχα ο Δίας, των κονταρόχαρων των Δαναών το ασκέρι
που τόσο οχτρεύτη, και θανάτωσε και σένα. Αχ, έλα τώρα,
ρήγα τρανέ, κι εσύ τα λόγια μου ν' ακούσεις, τη φωνή μου,
την πέρφανη καρδιά δαμάζοντας και τον τρανό θυμό σου”.
“ Είπα, μ' αυτός δεν αποκρίθηκε μια λέξη καν, μονάχα
με τις ψυχές των άλλων κίνησε νεκρών για το σκοτάδι.
Μα δε μιλούσε, και που χόλιαζε, για εγώ θα του μιλούσα,
αν την καρδιά βαθιά στα στήθη μου δεν έπινε η λαχτάρα
κι άλλων νεκρών ψυχές που εχάθηκαν τα μάτια μου να ιδούνε”.
(Μετάφραση Ν.Καζαντζάκη- Ι.Θ.Κακριδή, εκδ. “Εστία”, 1986).
          Στην “Μικρή Ιλιάδα” και εις “ Τα μεθ'  Όμηρον” εξιστορείται η βίαιη αντιδικία των δύο ηρώων, του Αίαντος και του Οδυσσέως, η οποία έφθασε σε απειλή συγκρούσεως μεταξύ τους. Ο γέρο Νέστωρ πρότεινε να ερωτηθούν οι ίδιοι οι Τρώες ποιόν θεωρούν τον πιο ανδρείο κι εστάλησαν ωτακουστές κάτω από τα τείχη της Τροία, για να μάθουν τι λένε τυχόν οι Τρώες γι' αυτούς τους δύο. Συνέβη τότε  δύο Τρωαδίτισσες να μιλάνε για το θέμα. Η μια υποστήριζε, πως ο Αίας ήταν ο πιο γενναίος, αφού είχε φορτωθεί στις πλάτες του τον νεκρό Αχιλλέα και τον πέρασε μέχρι το στρατόπεδο των Ελλήνων. Η άλλη θεωρούσε την άποψη αυτή όχι δίκαιη και έλεγε ότι πιο ανδρείος υπήρξε ο Οδυσσέας, που πολεμώντας με θάρρος του Τρώες “κάλυπτε” τον Αίαντα, καθώς εκείνος βήμα- βήμα οπισθοχωρούσε προς τους Έλληνες. Ο διάλογος δεν ήταν γνήσιος, αφού η δεύτερη κοπέλα μιλούσε όχι “εξ ιδίων”, αλλά με την καθοδήγηση και την επίδραση της θεάς Αθηνάς, που της έβαλε στο νου τα όσα έλεγε.
          Η δικαστική κρίση που επακολούθησε ήταν κι αυτή όμοια αμφίβολη από πλευράς αντικειμενικότητας. Η περίφημη πανοπλία του Αχιλλέα δόθηκε από τους κριτές βασιλιάδες στον Οδυσσέα. Και τότε επακολούθησε το φρικτό γεγονός. Ο ταπεινωμένος ήρωας Αίας, ο μετά τον Αχιλλέα ανδρειότερος πολεμιστής του Τρωικού πολέμου, δεν άντεξε την προσβολή. Εξετράπη σε πράξεις μανίας. Αποφασίζει να σκοτώσει με το ίδιο του το χέρι τους Ατρείδες και βγαίνει τη νύχτα να το κάνει. Η Αθηνά και πάλι παρούσα. Έτσι, αντί για τους Ατρείδες ρίχνεται στα κοπάδια και εξοντώντει ζώα πιστεύοντας ότι σκοτώνει βασιλιάδες. Θεωρεί ότι ένα κριάρι ομοιάζει στον Οδυσσέα και το σκοτώνει, αφού πρώτα το βασανίζει. Το πρωί που συνέρχεται κάπως καταλαβαίνει ότι αυτοεξεφτελίστηκε και πήρε τον μόνο που του απέμεινε δρόμο, της αυτοκτονίας, δηλαδή αφήνοντας στους κριτές του το ανεξίτηλο στίγμα μίας αδικίας, μίας “στημένης” δίκης.
          Πολύ αργότερα ο Σοφοκλής εδίδαξε στην Αθήνα το έργο “Αίας”, θυμίζοντας στους πολίτες της την παράδοση και πυρώνοντας τις συνειδήσεις τους σε βάρος της μεγάλης αδικίας. Ο ίδιος ο αδικηθείς ήρωας ξεσπάει και λέει πικρές αλήθειες:
“ Αν ζούσε ο Αχιλλέας κι ήταν να κρίνει
ποιος θάξιζε να πάρει τ' άρματά του
βραβείο αντρείας, άλλος από μένα
κανένας δεν θα τάβαζε στο χέρι
και τώρα τα κατάφεραν οι Ατρείδες
σ' έναν  πούν' άξιος για όλα, να τα δώσουν
παραπετώντας την δική μου αξία”.
          Κι ο αδελφός του, ο Τεύκτρος, ξεσπάει κατά του Μενέλαου:
“ Τεύκτρος: Στάθηκε ποτέ ο Αίαντας εχθρός σου;
Μενέλαος: Με μισούσε εχθρό του το ξέρεις εσύ.
Τεύκτρος: Έκανες καλπονοθία, τον έκλεψες.
Μενέλαος: Όχι εγώ, οι δικαστές λαθρομέτρησαν”.
          Θυμίζω ότι ο γέρο Τελαμώνας δεν συγχώρεσε τον γιο του Τεύκτρο, που δεν βοήθησε αποφασιστικά τον αδελφό του Αίαντα, και τον υποχρέωσε να μην ξαναγυρίσει στη Σαλαμίνα, αλλά να ξενιτευτεί μακριά και να αποικήσει την Σαλαμίνα της Κύπρου.
          Ο Πλάτων στην απολογία του Σωκράτη χαρακτηρίζει κι αυτός την κρίση άδικη και στημένη, βάζοντας τον Σωκράτη να λέει, περιφρονώντας τους ψευδοδικαστές, ότι θα πάει στον Άδη να συνατήσει τον Μίνω, τον Ραδάμανθυ και τον Αίαντα.
          Ο Πίνδαρος λέει ότι ο Αίας αυτοκτόνησε από τον φθόνο σε βάρος του. Τον φθόνο που πάντα στοχεύει τους καλούς:
“...Ο φθόνος στα λόγια βοσκάει
πάντα πιάνει τους άξιους, απόφτηνους δεν πολεμάει.
Αυτός έφαγε του Τελαμώνα τον γιο, στο σπαθί ρίχνοντάς τον”.
( Νέμεα 8.21 κ.ε. Μετάφραση Π.Λεκατσά, εκδ. “Δίφρος”, σελ. 235).
          Σ' ένα επίγραμμα του Σάμιου ποιητή Ασκληπιάδη βρίσκουμε:
“ Την δόλια βλέπετε Αρετή μπροστά σας καθισμένη, δίπλα
στον τύμβο του Αίαντα, κι έχει τα μαλλιά κομμένα
και ασήκωτο καημό, την δολερή θωρώντας την Απάτη
να 'χει πιο δύναμη από μένα στους Αργείτες”.
          Για να επανέλθουμε στον Αίαντα του Σοφοκλή, είναι τόση μεγάλη η αδικία, που ο ίδιος ο Μενέλαος δικαιολογείται φθηνά, ρίχντοντας στους άλλους την ευθύνη. “ Δεν ήμουν εγώ ανάμεσα στους δικαστές, αυτοί έσφαλαν”.
          Εδώ, και επειδή η εργασία μας είναι ελάσσων και περιεκτική, παρέλκει η αναφορά στη συγκρότηση του δικαστηρίου της “δίκης των όπλων”, για το εάν επρόκειτο για “διαιτητικό δικαστήριο” ή όχι, για το εν γένει αποδεικτικό υλικό και για την μέθοδο της καλπονοθείας. Θα σταθούμε, ωστόσο, σε άλλες πτυχές της υποθέσεως αυτής:
α) Από την άδικη αυτή δίκη των όπλων έχουμε τη γένεση του κανόνα δικαίου του δεδικασμένου. Τον εκφράζει ο Αγαμέμνονας, όταν λέει στον Τεύκτρο, να μην κρίνει την κρίση και να την σέβεται, όπως και να έχει εκδοθεί. «Ο γέγονεν, γέγονεν» δηλαδή.
          Ο Σοφοκλής στον Αίαντα δέχεται ως απολύτως αναγκαίο το δεδικασμένο, γιατί στερεώνει την έννομη τάξη και θέτει τέρμα στις έριδες και έτσι μέσα από την τραγωδία αυτή γεννιέται  ο παραπάνω ουσιαστικός και δικονομικός κανόνας δικαίου του δεδικασμένου.
“ Για το κακό μας δηλαδή ορίσαμε να πάρει
τα όπλα του Αχιλλέα ο καλύτερος;
Για να μας λέει ο Τεύκτρος τιποτένιους παντού;
να μην δεχθείτε ποτέ τι όρισαν οι κριτές
οι περισσότεροι
και να μας βρίζετε, να μας κτυπάτε δόλια;
Στα κρυφά;
Θα στεριώσει νόμος έτσι
να παραμερίζουμε τους πρώτους, να βάζουμε
τους πίσω στα μπροστά.
Να μην γίνει αυτό να μην τ' αφήσουμε”.
β) Οι Θεοί για να πετύχουν τους σκοπούς τους γίνονται κυνικοί και ανάλγητοι. Η Αθηνά σαλεύει τα λογικά ενός παλικαριού και επιχαίρει για όσα παθαίνει.
γ) Η έλλειψη ευψυχίας κάνει τους ανθρώπους ανούσιους, ευτελείς και υπερφίαλους. Κάνει τον Αγαμέμνονα να περιφρονεί τους πανάρχαιους νόμους της ταφής των νεκρών. Κάνει και τον Μενέλαο τον χειρότερο εκφραστή της κρατικής εξουσίας που τολμάει να ξεστομίσει τη φοβερή φράση:   Φεύγω γιατί είναι ντροπή να πείθω κάποιον με κουβέντα, όταν μπορώ να τον αναγκάσω με τη βία ”.
δ) Όταν τελειώνει ο πόλεμος, δεν χρειάζονται οι ήρωες, ζυγώνει η εποχή
 “ των μυαλωμένων ” και  ο Οδυσσέας ήταν ένας απ' αυτούς.
          Για να μην γίνει περαιτέρω ανάλυση  της άδικης αυτής δίκης, ας την δούμε μέσα απ’ τους στίχους ενός ποιήματος δικού μου, για το πώς, ίσως, θα έβλεπε τα πράγματα ο ίδιος ο Αίαντας:
  ΑΙΑΣ
Αιώνες τώρα κραυγάζω απ’ τον Άδη
το δίκιο μου νά ‘βρω
και δεν με ακούτε!
Μιλάτε για άδικη κρίση των βασιλιάδων
των Αχαιών
για τα πανώρια τ’ άρματα του Αχιλλέα,
τ’ άξια
που σμίλεψε ο Ήφαιστος.
Κι εγώ σας φωνάζω πως ήταν λαθροχειρία
κι η δίκη περίτεχνα στημένη
απ’ τους μικρόψυχους, υπερόπτες
και δεύτερους, σ’ ανδρεία Ατρείδες,
κι όχι απ’ τους ανάλγητους Θεούς.
Στ’ αλήθεια,
ποτέ δεν πίστεψα, ούτε νοιάστηκα για Θεούς!
Αυτό το ξέρετε καλά·
Σας το έχει πει ο τραγουδιστής του πολέμου.
Ξεκάθαρα το 'πα στον πατέρα μου, τον Τελαμώνα,
και στην Τέκμησα, την ακριβή μου γυναίκα,
πριν για την Τροία φύγω.

Ο φθόνος κι η ζήλεια στην αδικιά τους έσπρωξε
σαν δεν άντεχαν άλλο να με φωνάζουν πρώτο
-εξόν του Πηλέα τον γιο-
των Αχαιών τ’ ασκέρια
σαν με έβλεπαν να πολεμάω μόνος τους Τρώες
γερά κρατώντας
το χαλκόδετο κοντάρι μου.
Κι ήξεραν, πάλι, πως ο πόλεμος τελεύει
όπου νά ‘ναι
και ζύγωνε η εποχή για μυαλωμένους
κι όχι για ανδρείους.

Και κάτι ακόμα:
Ψέματα είπαν πως τρελάθηκα!
Με την αποκοτιά μου
χλεύασα ακραία αυτούς που ξέρουν
να διαφεντεύουν μόνο, απόλυτα και στρεβλά,
κι όχι να πολεμούν γενναία,
αυτούς που δεν μπορούν
ούτε τις γυναίκες τους να κουμαντάρουν.
Ζήτησαν οι άμυαλοι κι ανίεροι
άταφο να μείνει το κορμί μου
και γέμισαν χαρά απ’ την εξορία
 του άμοιρου Τεύκτρου στην Κύπρο.

Βρήκα στον Άδη, εδώ,
πιο καλούς κι αληθινούς κριτές,
σαν τον Μίνω και τον Ραδάμανθυ,
και μου 'δωσαν το δίκιο
που οι Ατρείδες κατάφεραν να χάσω.
Τό ' πε και ο ίδιος ο Αχιλλέας
πως μόνο εγώ ήμουν π’ άξιζα
να πάρω τ’ άρματά του.
Πέρα απ’ αυτούς κι ο ίδιος τ’ αναγνώρισε
ο Οδυσσέας,
που νικητή παράνομα τον βγάλαν,
σε 'κείνο το ταξίδι του
εδώ, στον Κάτω Κόσμο,
κι εγώ καθόλου δεν του απάντησα.
Βρήκα εδώ το δίκιο μου
που πάνω στη Γη μου αρνιέστε.

         
 ΣΤ)   Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ
          Προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της εννοίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι η αναγνώριση της αξίας του ανθρώπου καθ' εαυτή. Οι 38 πρώτοι στίχοι του περιφήμου χορικού της Αντιγόνης του Σοφοκλή, που αρχίζει με τη φράση “ πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει”, πιστοποιούν ότι η ανθρώπινη σκέψη δεν έδωσε τίποτε άλλο, πιο δυνατό σε σύλληψη και απόδοση επί 25 αιώνες.
          Οι δούλοι στην αρχαιότητα, ακόμη και στους κλασικούς χρόνους, δεν είχαν κανένα δικαίωμα, ήταν “ res ”. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης στα “Πολιτικά” του αναγνωρίζει και επιδοκιμάζει το θεσμό της δουλείας ως δίκαιο, χρήσιμο και αναγκαίο. “ Ότι μεν τοίνυν φύσει τινές οι μεν ελεύθεροι οι δε δούλοι, φανερόν, οις και συμφέρει το δουλεύειν και δίκαιον εστίν”. Με τον ιδρώτα και το αίμα των δούλων στα μεταλλεία του Λαυρίου και στα χωράφια της Αττικής γης άνθισε ο πολιτισμός και η ισχύς των Αθηνών και μεγαλούργησε το Άστυ.
          Οι ποιητές ήταν αυτοί που αντιτάχθηκαν στο καθεστώς της δουλείας και όρθωσαν το ανάστημά τους στην αδικία. Ο Ευριπίδης στον “ 'Ιωνά ” του, στίχ. 854, διακηρύσσει:
“ Εν γαρ τι τοις δούλοισιν αισχύνην φέρει, τούνομα
τα δ' άλλα πάντα των ελευθέρων ουδέν κακίων δούλος,
όστις εσθλός η”.
Γιατί τους δούλους ένα μόνο τους στιγματίζει το όνομα, σ' όλα τ' άλλα από τους ελεύτερους δεν είναι κατώτερος ο δούλος, όταν το αξίζει.
Το ίδιο μήνυμα το επαναλαμβάνει ο Ευριπίδης και στο χαμένο έργο του
“Μελανίππη”. Βρίσκουμε:
“ Πώς να τηνε λογαριάσω αλήθεια την ευγένεια;
Τους γενναίους και τους δίκαιους εγώ,
έστω και παιδιά να είναι δούλων,
ευγενέστερους εγώ τους θεωρώ
απ' τους κούφιους και τους μεγαλοπιασμένους”.
          Αλλά κι αλλού δείχνεται ο Ευριπίδης πολέμιος και αρνητής κάθε ιδέας ανισότητας των θνητών από την ίδια φύση. Έτσι στον “Αλέξανδρο”, ένα δράμα για τον Πάρη, που έχει περισωθεί μόνο αποσπασματικά, ξεσπάει πάλι η οργή του:
“Περιττά λόγια να 'παινούμε
την ευγενική καταγωγή
γιατί, σαν πρωτογεννηθήκαμε οι θνητοί,
η φύση κι η μάνα γη σ' όλους την ίδια
χάρισε όψη”.
          Στην “Ελένη” επίσης βρίσκει ευκαιρία ο ποιητής ν' ακουσθεί μέσα από τους στίχους του έργου του το πικρό παράπονο των δούλων. Έτσι εμφανίζει τον Άγγελο δούλο να κάνει ένα κήρυγμα, που κρύβει μέσα από τη σκληρή του μοίρα αναμφισβήτητα ηθικό μεγαλείο:
“ Ναι, σκλάβος είμαι, ευγενικιά όμως να 'χω
ψυχή. Ψυχή ελεύθερου, κι ας μην έχω
και τ' όνομα. Αντίς δύο κακά, μόνο ένα.
Με λένε που με λένε δούλο, ας είναι
ελεύθερη τουλάχιστον η ψυχή μου”.
          Το απόσπασμα από τον Ευριπίδη αυτό δεν είναι βέβαια το μοναδικό δείγμα κριτικής κατά της δουλείας. Στο έργο π.χ. του Αριστοφάνη οι “Βάτραχοι” υπάρχει σειρά ολόκληρη ευθέων αναφορών στην απαράδεκτη ανισότητα των δούλων. Κι ακόμη κι αυτό το σκηνικό εύρημα, στην ίδια κωμωδία, να δέρνεται εξ ίσου ο Θεός Διόνυσος και δίπλα του ο δυστυχής του δούλος ο Ξανθίας από τον πορτιέρη του Άδη, τον Αιακό, για να φανεί ποιος είναι Θεός, αφού δεν πονάει, είναι μια θαυμάσια προσπάθεια να δειχθεί πόσο όλοι οι θνητοί είναι ίσιοι και όμοιοι.

Ζ) ΣΟΛΩΝ, Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΑΞΙΩΝ
          Λέμε, θεωρώ αδοκίμως, ότι το hameas corpus, το να έχεις δηλαδή το σώμα σου, ευρίσκει θεμελιωτικό έρεισμα στον Μεγάλο Χάρτη των Ελευθεριών- Magna charta libertatum- του Ιωάννου του Ακτήμονος, το 1215 μ.Χ. Όμως, η απαρχή της αναγνώρισης της αξίας της ελευθερίας του ανθρώπου απέναντι στον ανάλγητο δανειστή, βρίσκεται στη σεισάχθεια του Σόλωνος 1700 χρόνια πριν. “ Σεισάχθεια κουφίσεσθαι τους χρεωφειλέτας”. Ο ίδιος ο Σόλων, όπως ο Αριστοτέλης διέσωσε στην Πολιτεία αποσπάσματα από την ποίησή του, το διαλαλεί:
“ Μαύρη Γη, που αυτής εγώ κάποτε
αφήρεσα τα σύνορα εκείνα, που εις πολλά μέρη ήταν εμπηγμένα,
και η οποία, υπάρχουσα δούλη πριν, τώρα είναι ελευθέρα.
Πολλούς δε εις τας Αθήνας την θεοκτισμένην πατρίδα μας
ελευθέρωσα, πωληθένατς πριν ως δούλους άλλους άδικα
και άλλους νόμιμα, εκείνους δε που από αδυσώπητον
ανάγκην είχον φύγει, και που την γλώσσαν την Αττικήν
δεν ωμιλούσαν πλέον, περιπλανημένοι εις πολλά μέρη,
κι εκείνους που εδώ εις τον τόπον ανάρμοστον δουλείαν
είχαν, φοβισμένοι από την αγριότητα των δεσποτών,
τους έκαμα εγώ ελευθέρους”.
“Γη μέλαινα” η μαύρη γη, των οφειλετών που αναφέρει στους στίχους του ο νομοθέτης ποιητής, ήταν διάσπαρτη από στήλες που χτίζανε οι δανειστές, δηλωτικές ότι το κτήμα ήταν ενυπόθηκο.

 Η) Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΚΡΟΑΣΗ
          Η αρχή της προγούμενης ακρόασης εφευρίσκεται και επιβάλλεται από τον Ευριπίδη στις “Τρωάδες”, όταν ο Μενέλαος αναγγέλλει στην Ελένη, ότι δεν μπορεί να γίνει πολλή συζήτηση για τη μοίρα τους, γιατί ο στρατός την έχει παραδώσει σ' αυτόν να την σκοτώσει, επακολουθούν οι εξής στίχοι:
“Ελένη:            Ε, ν' απολογηθώ την άδεια δώσ' μου
                         και θ' αποδείξω πως ο θάνατός μου,
                         αν θα θανατωθώ, δε θάναι δίκαιος.
Μενέλαος:        Να σε σκοτώσω εδώ ΄ρθα, όχι για λόγια.
Εκάβη:             Μενέλαε, ας μιλήσει. Μ' ένα τέτοιο
                         παράπονο ας μην πάει...”
          Στην “Εκάβη” του Ευριπίδη, όταν ο Αγαμέμνων πρόκειται να δικάσει την Εκάβη, η οποία με τις Τρωαδίτισσες σκλάβες της, σκότωσε τα δύο παιδιά του βασιλιά της Φρυγίας Πολυμήστορα, βρίσκουμε ότι αυτός το κάνει τηρώντας την δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Οι στίχοι που ακολουθούν πέρασαν στην αθανασία:
“ Σταμάτα, πρώτα διώξε απ' την καρδιά σου
τη βαρβαρότητα και λέγε, τι όταν
ξέχωρα τον καθένα σας ακούσω,
κατόπι να μπορέσω δίκαιη κρίση
να βγάλω, για ποιο λόγο αυτά παθαίνεις”.
          Ο Ιππόλυτος  στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, διεκδικεί και κερδίζει το δικαίωμα ακρόασης απέναντι στον πατέρα του Θησέα:
“πρέπει όμως να τη σπρώξω και 'γω την γλώσσα μου,
αφού τέτοια κακοτυχιά με βρήκε.
Αναγκάζομαι.
Και πρώτα για τη φοβέρα σου να με χαλάσεις
χωρίς ν' ακούσεις το δίκιο μου.

Θ) ΗΣΙΟΔΟΣ, Ο ΠΟΛΕΜΙΟΣ ΤΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ
          Ο Ησίοδος, μπλεγμένος και ο ίδιος σε πολλές δίκες με τον ακαμάτη αδερφό του Πέρση, είχε εξαπολύσει δριμύ και αμείλικτο κατηγορώ κατά των διεφθαρμένων δικαστών. Τα αλληλοδιάδοχα ριπίσματά του ολοκληρώνονται με τους εξής στίχους κατά των εξωνημένων δικαστών:
“Το κλάμα υψώνεται της δικαιοσύνης κι εκεί σέρνεται,
όπου την οδηγούν εκείνοι που καταβροχθίζουνε τα δώρα
και λύνουνε τις διαφορές με τις κρισιοδικίες τις άδικες”.
          Ο ίδιος ο Ησίοδος με μόνο έναν στίχο του ιδρύει την ισότητα ημεδαπών και αλλοδαπών απέναντι του νόμου:“Οι δε δίκας ξένοισι και ενδήμοισι διδούσιν ιθείας και μη τι παρεκβαίνουσι δικαίου”.- Οι δικαστές απονέμουν το δίκαιο όμοια σωστά στους ξένους και στους ντόπιους και δεν ξεστρατίζουν από το δίκαιο.
Επιβάλλει με τις θέσεις του την εκατέρωθεν ακρόαση “μηδενί δίκην δικάσης, πριν αμφοίν μύθον ακούσης”. Η φράση αυτή αποδίδεται, ωστόσο, στον Φωκυλίδη και απαντάται επίσης και  στους “Σφήκες” του Αριστοφάνη.    

Ι) ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ, Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ
          Και τώρα και στην αρχαιότητα μηνύσεις, συκοφαντίες, εξαγορά συνειδήσεων, ψευδορκίες, στημένες δίκες ήταν στην ημερησία διάταξη. Ο καυστικός επικριτής Αριστοφάνης στηλιτεύει όλα αυτά.
          Στους “Σφήκες” ο κορυφαίος του χορού των λαϊκών δικαστών λέει:
“Αλλ΄ας βιαστούμε φίλοι μου κι είναι του Λάχη η δίκη ευθύς αμέσως. Και όλοι πια λένε πως ελόγου του έχει χρήμα με ουρά. Εχτές, λοιπόν, ο Κλέων, ο προστάτης μας, παράγγειλε νωρίς να πάμε, έχοντας τριών ημερών θυμό άγριο εναντίον του, να τον παιδέψουμε-λέει- για τις αδικίες που έκανε”.
Και στο ίδιο έργο ανάμεσα στον Ηλιαστή Φιλοκλέωνα και στον γιο του Βδελυκλέωνα, που εκφράζει πιο ορθές αντιλήψεις, γίνεται ο εξής διάλογος:
“ Φιλοκλέων: - Κάνω σφάλμα που δικάζω;
Βδελυκλέων: - Αμέ δεν πήρες χαμπάρι πως έγινες περίγελως σ' ανθρώπους, που εσύ μόνο που δεν τους προσκυνάς. Σκλάβος τους είσαι μα δεν το νιώθεις.
Φιλοκλέων: - Πάψε να λες σκλάβο εμένα που όλους εξουσιάζω.
Βδελυκλέων: - Όχι δα φίλε μου. Υπηρέτης είσαι και θαρρείς πως εξουσιάζεις”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου