Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

λογοτεχνική στήλη

 Στην 5η Ανθολογία της ΕΕΛΣΠΗ
και ο Βάιος Φασούλας, Ελλάδα - Γερμανία
Εκδόσεις Όστρια, Αθήνα 2017
http://www.trikalaola.gr/wp-content/uploads/2015/01/fasoylas.jpg«Την ίδια στιγμή, μήτε που κατάλαβα πως, όπως το γρήγορο άστραμμά του τρίφτηκε στο χάος, με την ίδια ταχύτητα ήρθαν στα μάτια μου τα μικρούλα εγγόνια μου την ώρα που πήγαιναν για ύπνο… «Καλόν ύπνο, παππού…!» Σα ν’ άκουσα να μου λένε! Όχου! Τι ωραία αίσθηση! Τι μεγαλείο! Τι μαγεία! Να βλέπεις μέσα από τα μάτια τους τον κόσμο! Αθώο, άκακο και πράο! Στη σκέψη τους και μόνο νιώθεις ένα γλυκό σύγκρυο στη ραχοκοκαλιά και μέσα σου να ομολογείς πως: εδώ η τύχη πλατειά σου χαμογέλασε, να αισθάνεσαι την αντράλα της χαράς που οδεύει προς το τέλος της στράτας σου…»
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 5 ΕΞΩΦΥΛΛΟΟ Βάιος Φασούλας γεν-νήθηκε στο Γοργογύρι Τρικάλων το Φλεβάρη του 1947. Κατά την περίοδο του εμφυλίου χάθηκε η μητέρα του. Μετέπειτα, ημερών ακόμα μωρό, υιοθετήθηκε στα Τρίκαλα. Μετέπειτα, ημερών ακόμα μωρό, υιοθετήθηκε στα Τρίκαλα. Η συνέχεια ήταν η μετανάστευση στη Γερμανία το 1970 με τη σύζυγό του Μαρία και το πρώτο τους παιδί. Κάτω από αντίξοες συνθήκες εργάστηκαν σε εργοστάσια, στήσανε το σπιτικό τους και απέκτησαν άλλα δυο παιδιά. Η μετανάστευση από τη μια και η στέρηση της πατρίδας, της μάνας, της γειτονιάς από την άλλη αποτέλεσαν τη σφύρα και τον άκμονα διαμορφώνοντας, τον έλληνα μετανάστη, σε σύγχρονο Παγκόσμιο Πολίτη με διεκδικήσεις στα αυτονόητα. Η δράση του εξάλλου ως ιδρυτικού στελέχους και προέδρου της ΕΕΛΣΠΗ, είναι αξιόλογη. Αποδεικνύει την ελευθερία του λόγου του, τις ικανότητες, την ευστροφία, την ευρηματικότητά του· μέσα από αυτόν τον φορέα συνδράμει στην προβολή του έργου Ελλήνων λογοτεχνών μονίμων κατοίκων του εξωτερικού, αλλά και της χώρας μας, με στόχο την ανάδειξη της σημασίας της ελληνικότητας, όπως πιστοποιείται μέσα από τις ιδέες, την ποιότητα του λόγου, τις πνευματικές ανησυχίες και τις αισθητικές αξίες των Ελλήνων συγγραφέων της εποχής μας.
Ως διανοούμενος του καιρού του έχει τη δυνατότητα της καταγραφής των σύγχρονων δεδομένων και της επισήμανσης των προβληματισμών του πάνω σε ζητήματα κοινωνικοπολιτικά, οικονομικά, πολιτιστικά. Μετά από 36 συναπτά έτη στην ξένη, το 2006 ο επαναπατρισμός του  στην πατρίδα του, αποτελεί μια επιπλέον νέα μετανάστευση.
Βραβεύτηκε από το πολιτιστικό Ίδρυμα του Παναγιώτη Τρανούλη «Πνευματική Εστία» για το μυθιστόρημά του «Στ’ αχνάρια της ζωής». Επίσης για το συνολικό συγγραφικό του έργο τού έχει απονεμηθεί τιμητική πλακέτα από το «Αριστοτέλειο Ίδρυμα» της Κύπρου, από το Δημαρχείο του Cadolzburg, Γερμανία, απέσπασε τιμητική διάκριση για την πνευματική του δραστηριότητα και άλλα.
Έργα του:
«Στ’ αχνάρια της ζωής ( Ι )»
«Στο σταυροδρόμι της γειτονιάς»
«Η Ελλάδα στον αιώνα μας»
«Η μεγάλη θυσία» (Β` Έκδοση)
«Der Troubadour der Fremde»
(Ποιητική συλλογή στα γερμανικά)
«Ψάχνοντας στ’ αχνάρια σου ζωή» 
(Ποιητική συλλογή)
«Πολιτείες»  (Β` Έκδοση
«Λαβύρινθοι του πάθους»
«Η Ελλάδα στον αιώνα μας» (Α και Β)
«Στ’ αχνάρια της ζωής (2)»
«Οι σειρήνες της ξενιτιάς» (στα γερμανικά)
«Οι σειρήνες της ξενιτιάς» (Β` Έκδοση)
«Μαρίνα» Μυθιστόρημα
«Καλειδοσκόπιο στην ποίηση-Αχ! Ετούτος ο αιώνας»
Συμμετέχει στις τέσσερις Ποιητικές Ανθολογίες της ΕΕΛΣΠΗ, στο βιβλίο του Γ. Ασδέρη «ΜΑΡΑΘΩΝΟΣ ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ» με το ποίημά του: «Ε! εσείς απόγονοι του Ομήρου τι κάνετε», στο «Ανθολόγιο Ποιήσεως» (Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ 2016), σε άλλα περιοδικά εντός και εκτός Ελλάδας και σε πλήθος ιστολόγια και εφημερίδες φιλοξενούνται τα άρθρα του.
Υπό Έκδοση: «Ποιητικές συλλογές»
«Λενιώ» Μυθιστόρημα,  «Πολιτείες» στα γερμανικά 
«Λαβύρινθοι του πάθους» στα γερμανικά
«Κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα» (αρθρογραφία, σχόλια, χρονογραφήματα, βουκολική ποίηση, αφιερώματα, απόδημος ελληνισμός, πολιτισμός κ.ά).
Ε.Ο. Καλαμπάκας 134  42131 ΤΡΙΚΑΛΑ

(Αποσπασματική παρουσία του έργου του Βάιου Φασούλα, Ελλάδα-Γερμανία)


Ε ί μ α σ τ ’  ε μ ε ί ς  . . .
(Τιμής ένεκεν αφιερώνεται στην πρώτη μεταναστευτική γενιά των ελλήνων, όπου εγκαταλείποντας θέλοντας ή μη τις αντίξοες και οξύμωρες συνθήκες στην πατρίδα, ξενιτεύτηκαν. Μέσα από ξένα έθνη και πολιτισμούς, στις δεύτερες πλέον πατρίδες τους, μεταλαμπάδευσαν το αθάνατο ελληνικό πνεύμα για το οποίο, οι ξένοι χάρη στα μεταναστευτικά κύματα μιλούν για μας με θαυμασμό!.)

Είμαστ’ εμείς..!
Εμείς; Ποιοι εμείς; Μας ρωτάτε εσείς!
Εσείς; Ποιοι εσείς; Οι τρανοί και σκληροί;
Είστ’ εσείς που αλλάζετε τον ρου της ζωής, της γης μας τροχιά;
Σας ρωτάμε εμείς! Λοιπόν! Να! Κι εμείς κι εσείς να τα πούμε ξανά και βάλτε υποστυλώματα στη σάπια ζυγαριά.
Θ’ αντέξει το μεγάλο  βάρος; Πάνω σ' αυτό είμαστ' εμείς
κι έχουμε λόγους ν’ αμφιβάλλουμε! Να μη σας πιστεύουμε και να νιώθουμε κάποιο οίκτο για σας Λοιπόν!... Ακούστε!

Στο λυκόφως τούτου του αιώνα έχουμε το θάρρος
και την τόλμη ν' απολογηθούμε μπροστά στα μάτια τούτου του κόσμου που είναι γύρα μας και προέρχονται απ’ όλα
τα σημεία της Ηπείρου μας αλλά και πέρα απ’ αυτή
Και όλων μας τ' αφουγκράσματα είναι ίδια· σαν μια σταγόνα ολοκάθαρου νερού και μπορούμε να βλέπουμε κάθε στιγμή τα πρόσωπά μας  και να τα διατηρούμε σαν κρύσταλλα.

Είμαστ' εμείς η πρώτη, που γίναμε και η δεύτερη και η τρίτη, γενιά. Είμαστ' εμείς, οι παρακατιανοί, ξένοι για σας τούτης της γης, παράσιτα και μιας άλλης κατηγορίας άνθρωποι
που σας μιλούμε. Νηστικοί στους τόπους μας και ημίγυμνοι,
μα χορτάτοι από ήλιο, αέρα, κάλλος, νιότη και δύναμη 
Κι είσαστ’ εσείς, από της δύσης τα σημεία του ορίζοντα
που μας ανοίξατε τις πόρτες και μας πήρατε,
όλους εμάς, της πρώτης γενιάς και μας δώσατε ψωμί.
Κι ήμασταν μία γενιά παρθενική για τη μοντέρνα,
υπερσύγχρονη εκμετάλλευση, όταν μάθατε πως μέσα μας κρύβαμε μια δύναμη, σπεύσατε ολοταχώς στα ρηχά παζάρια του τόπου μας για να μας αγοράσετε
Για ν' αποχτήσετε μια δύναμη ακριβότερη από κάθε μέταλλο κι ορυκτό· στα έγκατα της γης μας βάλατε κι εμείς βγάλαμε
Κι ήταν για μας, όταν της Χώρας μας συμπατριώτες σας
είπανε, ότι το κόστος μας θα ήτανε μικρό, τα κέρδη σας
μεγάλα κι ότι απ’ τα κέρδη σας θα έπρεπε να ζήσουνε
και αυτοί. Ξενοπραματευτάδες, τους είπαμε εμείς. Κι ήταν
για την πατρίδα μας, την Ελλάδα, άρπαγες, κλέφτες, ανάξιοι και μικροπρεπείς. Γιατί σκορπίσανε τα νιάτα και τα κάλλη μας σε ξενικούς ανέμους κι άνοιξαν δρόμους μισεμού.
Όταν οι τότε, άνεμοι μας κάνανε να μείνουμε έρημοι,
μόνοι και απροστάτευτοι, έρμαια των πραγμάτων.

Μέσα από κείνο το κακό βγήκαν πολλοί άμυαλοι· ξάλαφροι από ίσκιο· επηρεασμένοι απ' τις μεγάλες επιδρομές
των σφοδρών ανέμων όπου και σπάσανε.
Άλλοι λυγίσανε, άλλοι βογκήξανε, άλλοι χαθήκανε,
άλλοι  χαλαστήκανε, και άλλοι, απ' την μεγάλη αντράλα
της φωτιάς λιποψυχήσανε και μας πουλήσανε.

Είμαστ' εμείς, φυντάνια τότε, που είδαμε από κοντά και
αυτούς που σπέρνανε τη φωτιά, και αυτούς που την τάιζαν, που την αγόραζαν και την πουλούσαν και αυτούς που την τρώγανε.  Κι ήταν τότε, που κι ο χάρος είχε κουραστεί,
είχε νικηθεί κι είχε νοιαστεί να φύγει
Καθώς οι πολλές σκιές απ’ τις γερμένες αγχόνες χαράκωναν τη γη και του σήκωναν την τρίχα
Και οι απόηχοι κρότων και κραυγών ηχούσαν ζωντανοί
Και να φεγγρίζουν στ’ αστράμματα οι μισάνοιχτες ματιές
των μισοπεθαμένων· και αυτών που ’χαν κρεμαστεί να μένουν γυαλωμένες με μια γυαλάδα που άφησε του χάρου το σπαθί
Τους πήρε τα κορμιά· αθάνατοι στα χέρια του και στάζανε από αίμα· κι ήταν χάρος ανθρώπινος, μεταμφιεσμένος
με μαύρα ράσα, του τόπου μας και ξένα.

Μύριες οι σκιές που έπεφταν και αμαύρωναν τη γη
Κι ήταν σκιές, λεύτερων αγωνιστών, που κείτονταν νεκροί
Καθώς στα γύρα μνήματα και στους πολλούς σταυρούς μας, κάμποσοι μισοζώντανοι, με φόβο και προφύλαξη είχανε
μαζωχτεί και αυτοί να φυλαχτούν, να ξεκρεμάσουν και τους νιους και τις ψυχές να φλάξουνε που 'χαν ξεσηκωθεί.

Κι εκεί, όπως η σελήνη έχυνε μια γαλατένια λάμψη
και φέγγριζαν τα πτώματα σαν πέτρες ξεπλυμένες
Έμοιαζε, ω ναι! Έμοιαζε σαν ποταμιά, που μόλις είχε σβήσει του χείμαρρου η λύσσα, άσπονδη ήταν και σφοδρή που όσο και αν ούρλιαξε, πέτρες μεγάλες και μικρές
δεν μπόρεσε να σύρει και μείνανε εκεί.

Κι εκεί, σαν πέτρες μοναχά και καταριζωμένα, στέκονταν 
τα κορμιά, άλλα που ήταν γέρικα και άλλα που ήταν νια
Εκεί, άγρια και ακατάπαυστα έσκουζε κι ο αγέρας
Και ράπιζε απάνω τους φωνές, κρότους και κλάματα,
φύλλα, ξύλα και χώμα· μα πιο πολύ δεχόμασταν τρόμο
κι απελπισιά απ’ τα στριγκά αλυχτήματα που μας ξεσήκωνε
το νου μας και την τρίχα.

Κι είμαστ' εμείς, παιδιά ακόμα αμούστακα και άλλα
πιο μικρά, άλλα που δεν προλάβανε γάλα να βυζάξουν,
τ’ άμοιρα, ούτε μια καταπιά
Μετά από την ταραχή, που έφερνε αφόρητη αντράλα
Είμαστ' εμείς, που έλαχε να περιμαζώξουμε ψυχές
απ’ τις ψυχές μας, κορμιά απ’ τα κορμιά μας,
καρδιές που είχαν ματώματα και ήταν της καρδιάς μας.

Κι ήμασταν παιδιά, όταν αντικρίσαμε το πιο μεγάλο
δρεπάνι του χάρου να ζωγραφίζει στους δρόμους,
στις πλατείες κι απάνω στις φουσκωμένες κοιλιές
των παιδιών την κακιά κι αχόρταγη θεά της πείνας
και να σέρνει μαζί και την άλλη, της αρρώστιας,
και την άλλη, της απόγνωσης και την άλλη, της τρέλας.

Σαν το κακό πια χάθηκε, βγήκαμε σαν μυρμήγκια,
κάτω απ' του ήλιου τις ματιές, που πόναγε ακόμα
κι ένα φεγγάρι μάρτυρα π’ άφηνε την οργή του,
τόσα που είδαν τα μάτια του, πόνεσε η ψυχή του!
Μέσα στις στάχτες ψάχναμε κι ό, τι βρεθεί να χάψουμε,
σταλιά να στυλωθούμε, κοντά ν’ αρχίσει η δόμηση
μίας διαπραγμάτευσης για κείνη τη φυγή.

Κι η ποταμιά ξανάρχισε γλυκά να κελαρύζει
κι όλες τις πέτρες με στοργή και θέρμη να ποτίζει.
Οι ρίζες των να ’μπουν πιο βαθιά ν’ αντέχουν
στους χειμάρρους και στις ανεμοθύελλες
κι ορέξεις των τυράννων.

Αυτά τα λέμε εμείς, όπου τα ζήσαμε ωμά και μπήκαν
στην ψυχή μας και ανδρωθήκαμε μ’ αυτά
και έγιναν προσευχή μας. Ένα: «Ποτέ πια!»
Ποτέ μην ξαναρθεί κανένα απ’ τα χτικιά
που χάλασαν την άνοιξη και φέραν καταχνιά. 

Είμαστ' εμείς, όπου μας βάλανε απάνω στο στρατί
κι οδεύσαμε να φτάσουμε στη νίκη, να φέρουμε μηνύματα σαν να ’μαστε Ιεροκήρυκες, σαν άγιοι Απόστολοι
που μίλαγαν ασταμάτητα γι’ αγάπη και ειρήνη.
Και ξεσκονίσαμε, καθώς οδεύαμε στους δρόμους τους
πλατιούς κι άπλετα φωτισμένους, τις σκόνες και το θειάφι
Κι όπως το χαμογέλι μας, που ήτανε μπουμπούκι και είχε σφιχτά κλειστεί, τα σφαλισμένα πέταλα άνοιξε στη στιγμή
και άνθισε και έτρεξε παντού να χαριστεί!

Και αντάμα μ’ εμάς κι άλλοι αλλόθρησκοι και ξένοι που
δεν πέρασαν λιγότερα βάσανα από μας.
Σαν βέλη κόκκινου πυρός, μέσα στα μαύρα τ’ ουρανού
εκτοξεύτηκαν και τα διέλυσαν 
Μαζί μπερδέψαμε τις ανάπνες μας και είδαμε πως είμαστε
απ’ το ίδιο κράμα

Είμαστ' εμείς, όλοι μαζί, ντόπιοι και ξένοι,
που στα μίση και στα πάθια που προξένησε ο πόλεμος,
αντιπαραθέσαμε το μεγαλείο της ψυχής μας και το κάλλος
Είμαστ' εμείς, που σηκώσαμε κοντά με το δικό μας βαρύ σταυρό και των δώθε και των κείθε, συνανθρώπων μας,
έχοντας μια αόρατη κορδέλα στο λαιμό γραμμένη
με πέντε σοφά και ανεξίτηλα γράμματα τη λέξη, Ξ έ ν ο ς !
Κι όταν ακόμη για τη δική μας συνεισφορά που τη δώσαμε όλοι δεν μίλησε κανείς, εμείς λέγαμε και λέμε πως:

Της ζωής τα πειράματα είναι ανεπίτρεπτα και επικίνδυνα.
Το μόνο της σχολειό και επιτρεπτό είναι
πρώτα να διδάσκεται κανείς κι ύστερα να διδάσκει

Είσαστ' εσείς, μαζί και άλλοι, όμοιοι στα χνώτα
και στις τάξεις, που χωρίσατε τον κόσμο
Είστ’ εσείς, που σηκώσατε ντουβάρια μαντρώνοντας τα πλήθη
Και τα ρίξατε οι ίδιοι μια μέρα για να δείτε με τα μάτια σας, πως τα ηφαίστεια δε γίνονται μόνο μέσα στα έγκατα της γης 
και δεν ξερνούν τη συνηθισμένη λάβα, μα μια άλλη,
με ποικίλα πρόσωπα μιας καινούριας πραγματικότητας.
Είσαστ' εσείς, που φροντίσατε ό, τι οι πόλεμοι δε φρόντισαν να κάνουν, όταν απ’ τα τείχη και από άλλες ανοιχτές μεριές, χύθηκε στα πλάτη η ανημποριά σας, η εκμετάλλευση και
η δολιοφθορά σας, μεταμφιεσμένη και σκεπασμένη με τα βρώμικα πέπλα του εγκλήματος, της πορνείας, του λευκού θανάτου, της διάκρισης, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.

Και ανάμεσα στα παραπάνω, που δεν είναι παρά κόκκοι,
φέρατε και τα παράλληλα:
Την ανεργία, την φτώχεια και των πλούσιων ασυδοσία
Αν πάμε και στα παρακάτω πλάτη θα δούμε πως μεγαλώνει η δυστυχία, που όπως και να ’χει θα γίνει και δική σας
Εμείς, κι αν δυναμώσει, δεν έχουμε ανάγκη. Αντέχουμε!
Γνωριζόμαστε μαζί της και δέσαμε μεγάλα κομμάτια
της ζωής μας. Εσείς, τι θα κάνετε όταν κάποια μέρα
θα σας χτυπήσει την πόρτα;
Θα φροντίσετε να φυλάξετε, άραγε, τα παιδιά σας;
Μέσα απ’ αυτό το αφύσικο σύμπλεγμα θα μπορέσουν
να οδηγήσουν τα έθνη, πού; Στο εδώλιο ή στην ανομία;
Στη συνύπαρξη ή στην ανυπαρξία;

Είσαστ' εσείς που πρέπει να νιώθετε περήφανοι
για την καταγωγή σας. Αυτή είναι! Εσείς τη δημιουργήσατε!
Σε σας ανήκει και σας αξίζει!

Κι είμαστ' εμείς, που βγάζαμε και βγάζουμε τους λόγους μας
μέσα στις φάμπρικες, στα καφενεία, στους δρόμους
και στις πλατείες, στα στάδια και στα πάρκα, στα τρένα
και στα λεωφορεία, προσπαθώντας να δείξουμε πως
πέρα απ' τα μίση και τα πάθη υπάρχουν μεγαλύτερες αξίες
που αξίζει κανείς να ζει και να μάχεται:
Της αγάπης μεταξύ των ανθρώπων και της ειρήνης.

Γι’ αυτό θυμίσαμε παλιές εποχές και μιλήσαμε για κρεμάλες
και πόνεσε η ψυχή μας. Γι’ αυτό αναφερθήκαμε στην πείνα, στα ατσαλένια βρυχήματα, στους καπνούς, στις φωτιές και στα ντουβάρια και σηκώθηκε η τρίχα μας
Και είπαμε ακόμα και για σκιές που μας συνοδεύουν πιστά κι ακούραστα, που μας δίνουν μηνύματα και μας δείχνουν φωτεινά και μεστά παραδείγματα.

Είμαστ' εμείς, που φωνάζουμε, που βραχνιάζουμε και μας λένε πολλοί, που περνούνε καλά και που ζουν τη ζωή:
Είμαστ' εμείς αυτοί, έτσι μας λένε, οι απαισιόδοξοι,
οι ψεύτες, οι ταραχοποιοί και οι εγωιστές!

Είμαστ’ εμείς που θέλουμε να χαθεί η ισορροπία
στον πλανήτη μας; Είμαστ' εμείς, που θα μπορέσουμε
μέσα απ’ τις ανάπνες μας να φαρμακώσουμε τη φύση;
Είμαστ' εμείς, με τα ροζιασμένα και αφυδατωμένα χέρια μας, με χωνεμένα και μισά στομάχια, με δηλητηριασμένα πνευμόνια και σκότια, με γερτές πλάτες και καμπούρες,
με όραση που όλο χάνεται και μ 'ακοή, όπου ηχούν τα
σφυριά και τ’ αμόνια απ' τα χυτήρια και τα χαλυβουργεία,
με τις συχνές ληστρικές επιδρομές στα φτωχά μας ταμεία…
Εμείς είμαστε αυτοί, που θα γκρεμίσουμε τον ήλιο;
Μακάρι! Θα χαρούμε πολύ όταν δικαιωθείτε!.

Μα, τα σημάδια της φύσης, τα σημάδια του κόσμου
και αυτά της ζωής, αν τα φτιάχναμε εμείς,
δε θα λέγαμε κι ούτε θα έδειχνε πως τούτο το σήμερα
δεν μοιάζει σαν χτες ή προχτές
Δεν μοιάζει σαν αύριο ή σαν ένα αύριο,
που όταν θα ρίχνει βροχή,
όταν θα βγαίνει ο ήλιος,
όταν θα τρέχει τ’ αγέρι,
όταν θα βγαίνει η σελήνη συντροφιά με τ’ αστέρια
κι όταν ακόμα θ’ ακούμε και του λύκου φωνή,
που δεν θα 'ναι δικιά του,
δεν θα μοιάζει δικιά του,
μα θα σκούζει παράξενα,
όταν θα διαιωνίζεται στους αιθέρες
η Μοίρα της Φύσης κι αυτή της Ζωής!

Κι είμαστ’ εμείς που βλέπουμε, τολμούμε και λέμε πως
φτάνουν βαριά, σύννεφα γκρίζα, θολά που δε φέρνουν νερά, που δε φέρνουν θαμπή, που δεν φέρνουν της νύχτας σκοτάδια κι αυτά της βροχής,  μα που διώχνουν αργά τα σημάδια της μέρας κι αυτά του φωτός και μαυρίζουν ανθρώπων
ορίζοντες με πινέλα βίαιων καταιγίδων και τρομακτικών
θυελλών.

Ας μας πείτε εσείς, για να δούμε αν είμαστ' εμείς
έξω αλήθειας, έξω πραγμάτων και έξω απ’ την πλάνη
που αλλάζει τον ρου της ζωής.
Κι ας δεχτήκαμε πάνω μας την οργή των κυμάτων, την οργή των βροντών, την οργή των αστραπών, την οργή των χιονιών  των νερών και χαλαζιών και προπάντων, την οργή του ήλιου και χτυπούν απ’ τη γη την ίδια τη γη, την ίδια ζωή!
Και την άμμο κρατούμε, που κυλάει αργά και σκεπάζει τους κάμπους και πεθαίνει η ζωή. Ας μας πείτε εσείς, αν ζούμε μακριά απ’ τις τάξεις πραγμάτων που θίγουν τον ρου της ζωής!

Κι είμαστε εμείς, λίγοι και σκόρπιοι στα δώθε και στα πέρα, να μετρούμε στα δάχτυλα του ενός και μισού μας χεριού
Πώς θα 'ρθει; Αν θα 'ρθει; Πού θα 'ρθει; Και παν απ' όλα.
Ποιος θα ’ναι αυτός, εσείς ή εμείς που μπορεί να δεχτεί;
Αυτόν τον Νέο που έρχεται και λέγεται αιώνας;

Κι όπως προείπαμε για τόλμη και θάρρος, γι’ αγάπη
και ειρήνη μεταξύ των λαών, μεταξύ των φυλών
και προπάντων των σκληρών και κακών
Και για σας θε ν’ ανοίξουμε χέρια κι αγκάλες,
Ελάτε μαζί, αξίζει να πάμε μαζί. Δίχως όπλα και μίση, δίχως πόλεμο, θάνατο, ορφάνια, πόνους και αγιάτρευτη θλίψη 
Για να δει κι Αυτός, που τώρα φτάνει, όλους εμάς
Να ζούμε αρμονικά με μόνη έγνοιά μας
Την αγάπη και την ειρήνη!
21.01.1998. Γερμανία
…….




Βάιος Φασούλας
Ε.Ο. Καλαμπάκας 134
42131 ΤΡΙΚΑΛΑ

Διαβάστε! Πολίτες διαβάστε. Κλείστε τα σαχλοκάναλα και διαβάστε. Κι εσείς που έχετε τη δύναμη της διακίνησης του Λόγου…, Εφημερίδες, Ιστοσελίδες κ. ά., μην τον πνίγεται και μην τον προσπερνάτε. Τον πνιγμό του θα ακολουθήσει και ο δικός σας. Μην υποτιμάται τη νοημοσύνη των Πολιτών που ασκούν κριτική στα κομματικά δρώμενα και  στους πρωταγωνιστές της καταστροφής. Είναι αυτοί, οι επιλεγμένοι από μας, δυστυχώς, επιβήτορες που τους βλέπουμε να εκτελούν τις δουλειές τους πηδώντας από κανάλι σε κανάλι σαν τις μαϊμούδες που κρέμονται στα δέντρα και μας δείχνουν τα μεριά τους… εκεί που μας έχουν γραμμένους. (09-07-2016).   



      *                      *                          *                            *                          *                              *
Στις στρωματοποιημένες πολιτείες του κόσμου απ’ τις ληστρικές επιδρομές του μεγάλου κεφαλαίου, η πορεία του χρεοκοπημένου συστήματος, του οποίου με ποικιλόμορφα καμουφλάζ προσπαθούν να καλύψουν και να επιβραδύνουν τη δύση του, στην Παγκόσμια Ημερήσια Διάταξη τίθεται ακατόρθωτο και αφύσικο.


Απαλλαγμένο από ιούς. www.avast.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου