Ετικέτες
Εκτύπωση όλων Σε νέο παράθυρο FW: οΟ ΣΤΙΧΟΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ " ΚΟΙΜΟΜΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΙΔΩΝΑ" ΗΛΙΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥΕισερχόμενα Αναζήτηση για όλα τα μηνύματα με ετικέτα Εισερχόμενα Καταργήστε την ετικέτα Εισερχόμενα από αυτήν τη συζήτηση
From: ILIAS ILIOPOULOS <iliop@otenet.gr>
57.-KOIMOΜΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΦΑΙΔΩΝΑ………
ΗΛΙΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
Η φίλη μου η Ρίτα, μια ψηλή και ψηλομύτα, που από τα ύψη σκύβει, όταν στην καρδιά της κρύβει, μυστικό μολύβι. Και εμένα με αμείβει, με πολλή εμπιστοσύνη και με κάποια καλοσύνη. Όταν η ψυχή της κλαίει, στο αυτί μου σκύβει και ψιθυριστά μου λέει: «Κοιμόμουν με το Φαίδωνα, περίπου ένα χρόνο. Και θυμάμαι μόνο, χειμώνα-καλοκαίρι, κάθε βράδυ να τουρτουρίζω, να κρυώνω. Μου έλεγε όταν είσαι εργένης, σημασία έχει με ποια βγαίνεις κι όταν σπίτι σου την πηγαίνεις, αυτή να βλέπει σε ποια συνοικία μένεις κι αν το καταλαβαίνει, να το καταλαβαίνεις. Μου έδινε και έστρωνα, απαίτηση του Φαίδωνα, κάτι ψυχροσέντονα, αμερικανικά. Που μου βρωμάγαν έντονα, απορρυπαντικά. Δεν ήξερα τί κάνει, στο πλύσιμο τί βάνει και μύριζαν λιβάνι, σκορδίλα και…κακά. Κοιμόμουν με το Φαίδωνα, στα μπράτσα του ξημέρωνα, μα όμως δεν εμπέδωνα αγάπη για το Φαίδωνα. Δεν τούδινα κρεβάτι, ούτε ματιά με μάτι, με ψυχή και με καρδιά. Και όλο ισοπέδωνα, μια σκέψη μια απόφαση, πώς νάβρω μία πρόφαση, να φύγω να μη φύγω, άντε …..ας μείνω ακόμη λίγο, ακόμη μια βραδιά. Μην του χαλάσω την καρδιά. Και είχα κι αγωνία, μη πάθω πνευμονία και την αράξω σε καμιά γωνιά, στων σεντονιών του τη βαρυχειμωνιά. Και τούλεγα «βρε Φαίδωνα, αυτές τις δυο κουβέρτες, που μοιάζουνε με μπέρτες, να τις βάλω στο κρεβάτι, να ζεστάνουν κάτι, κάτω-πάνω, να τις στρώσω φέρτες». Κι Φαίδωνας αρνιότανε και πότε επαινιότανε και πότε άγριος γινότανε, «Α… όχι. Τα σεντόνια μας αγάπη μου, τ’ αριστοκρατικά, είναι και τόσο....σεξουαλικά»! Κι επέμενε ο Φαίδωνας, «εγώ είμαι ένας Νέρωνας, μη βιάζεσαι αγάπη μου, μόνο με τη ματιά .θα σου βάλω τη φωτιά. Θα σε κάψω με τα πάθη μου. Εγώ είμαι βεζούβιος». Αλλά από πάθος ήταν κλούβιος. Πού τάβλεπε δεν ξέρω, το λέω κι υποφέρω, τα δικά του θερμά πάθη. Τα δικά μου λάθη, κανένας δεν θα μάθει. Γιατί τσούζουν σαν φαρμακερό αγκάθι. Τα πόδια μου δεν τέντωνα, σ’ αυτά τα παλιοσέντονα, που έπεφτα με τόση αγωνία και όλο μέσα μου έλεγα αυτό που κάνω είναι αυτοκτονία. Αλλά και το χειρότερο, το παγερότερο, το κορμί του Φαίδωνα ήταν από τσιμεντοκονία. Κι εγώ να πέφτω να κοιμάμαι κι αναρωτιόμουνα πού νάμαι.΄Ετρεμα και τον εαυτό μου μάλωνα, λες κι ήμουνα στα Σάλωνα κι εσφάζανε εμένα…. αντί για τα αρνάκια τα καϋμένα, μια γλετζέδικη βραδιά, στης Μαρίας την ποδιά, χωριάτικο λουλούδι, που λέει και το τραγούδι. Εκρύωνα και ζάρωνα και τα στήθεια μου αμπάρωνα, μες τις παλάμες μου σφιχτά. Και του γλυκούλη Φαίδωνα, ξινά του τα «παρέδωνα», τα θηλυκά τα κάλλη μου και για ψυχρή αγκάλη μου του έδινα μονάχα τη…μασχάλη μου.. Και ύπουλα τον κοίταζα, πνιχτά και μουλωχτά. Και για να καταλάβετε, ιδέα απλώς να πάρετε, πριν πέσω στο κρεβάτι του κι αναζητήσω κάτι του, στο χιόνι εκαθόμουνα ή στη βροχή και εβρεχόμουνα, του έλεγα τα κάνω για να κάνω καλό δέρμα και από μέσα μου φώναζα «απόψε τέλος, αύριο φεύγω, απόψε τέρμα από τον Φαίδωνα πρέπει να γλιτώσω», αλλά εγώ το έκανα, πιο πολύ από τα χιονοσέντονα, να ξεπαγιάσω να κρυώσω. Σαν πάγος να παγώσω. Και στο ψυγείο με μοσχάρια, κατσίκια και γουρούνια, σφάγια από αγριοβούνια, ενός κρεοπώλη γείτονα, χωρίς εκείνος να το ξέρει ετρύπωνα. Και εφοβόμουνα όταν φανταζόμουνα, μήπως κυρ Μανώλης, ο κρεοπώλης, που τα έτσουζε και λιγάκι, μην έρθει καμμιά νύχτα ανοίξει το ψυγείον, όπως ήμουν σαν σφαχτό ξεγυμνωμένη και μισοκατεψυγμένη, για γουρούνα με περάσει, και με την μαχαίρα του με πιάσει και στον πάγκο του μετά των Αγίων, κομματάκια με λιανίσει, ποιος ξέρει τί να με νομίσει και δίχως τιμολόγιο, νύκτωρ, σε κάποιο πολυτελές εστιατόριο, για καλό σουβλάκι να με….. συστήσει. Μπήκα να προσομοιωθώ με τα παγοσέντονα και αυτή η ανησυχία με ξεπαγιάζει έντονα Μ ένα τσιτάκι ψεύτικο έμπαινα, στο βάθος του ψυγείου, πράξη πρωτοφανούς και απεχθούς οργίου, πότε μία ώρα έμενα, καμιά φορά επτά κι οκτώ, μέχρι να καταψυχτώ. ΄Ωστε μετά, τα ψυχροσέντονα του Φαίδωνα, να μου φαίνονται…. φουρνιστά. Μου έφερνε και έπινα μια κούπα με ρακί. Μα ούτε τότε άντεχα να βγάλω το βρακί. Ούτε που τον άφηνα να βάλει χέρι κατά κει. Και ας μην ήταν Κυριακή…... Κι αν κάτι εγινότανε, στην μέση εκοβότανε, στα δύο και στα τρία και έμενε μονάχα του Φαίδωνα η ξενέρωτη λατρεία... Τί να του πω, τί να μου πει, τέτοια σε πολλά κορίτσια δεν είναι απευκταία, δεν είμαι ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία. Μία εμπειρία ματαία, με πασπάλισμα ντροπή. Με άφηνε ο Φαίδωνας…ταπί. Και εν κατακλείδι, αντί για πεντάγλυκο λικέρ, ο Φαίδωνας σέρβιρε παγωμένο ξύδι, ο Βεζούβιος κι ο Νέρωνας, να πέφτουνε σαν κέρματα, κάτι σπέρματα άγονα, που αντί να με καίνε πάγωνα. Αραιά και νερουλά, πράματα ντροπής τρελά. Έτρεμα και τουρτούριζα κι ολονυχτίς μουρμούριζα. Και από πάνω ο Φαίδωνας με έβρισκε ωχρούλα και ψυχρή. Σαν αποθήκη μουχλιασμένη και υγρή. Και μου κακοφαινότανε. Μα όλο μου φαινότανε πως έβλεπα ο Φαίδωνας, αυτός να μην μπορεί. Αφήνω τα σεντόνια του, τις λίμες και τ’ ακόνια του, που κάθε βράδυ πλάγιαζα και σαν γατί ξεπάγιαζα. Τον έστειλα στο διάολο και λέω στο Σαν Πάολο, από την Αθήνα με τα πόδια μου θα πάω, ό,τι άλλο μπορώ να κάνω, να πω πως αγαπάω και δολοφόνο Βραζιλιάνο. Κρίμα εγώ να χάνω, ό,τι μπορώ να κάνω. Να έχω στη ζωή μου «φαιδώνιο» κενό. Θα πάω μωρέ ολόγυμνη να ζήσω στον Ισημερινό. Από τη φύση μου φλόγα εγώ γέγονα. Αρκεί μην πέσω πάλι σε κάποιον Φαίδωνα κι αρχίσω να κρυώνω αντί για να ιδρώνω. Νευρικά και δυνατά, του χτυπώ την πόρτα πίσω μου, λέω και τη βρώμικη, που λήγει σε ΤΑ. Αφήνω τον σεντονιών τον Κροίσο μου και τρέχω στο σπιτάκι μου, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μου. Να ξαναβρώ το χρωματάκι μου. Στρώνω τρεις κατάχαμα, μάλλινες κουβέρτες, προίκα της μάνας μου, από την προγιαγιά της από τα Άγραφα, από μαλλί τραγίσιο, που ακόμη στέκει ίσιο, ρίχνω κι από πάνω άλλες τρεις από του παππού μου τσέλιγκα, από άπλυτο μαλλί προβατίσιο. Που τις είχε κληρονομήσει από κάποια προγιαγιά του, επί τουρκοκρατίας, «Made in mount», φτιαγμένες στα βουνά, από κλέφτες και αρματωλούς …προ του 1821, που φτάσανε ως εμένα. Πετάω ρούχα και κυλότες και στηθόδεσμους, με ζωγραφιές ανθόδεσμους, ακόμη και το φύλο της συκής που άρεσε στον Φαίδωνα, το παλληκάρι της φακής. Και λέω τί τους ήθελα εγώ τέτοιους ξενέρωτους δεσμούς, με Φαίδωνες και δαίμονες κι εσμούς. Χώνομαι στις κουβέρτες μου, με φουσκωμένη φλέβα, όπως ο Αδάμ στην έπεφτε στην Εύα. Και ρέει μέσα μου, καυτό και αχνιστό το αίμα μου. Φούντωσε το σπίτι του. Έγινε φούρνος και το πάτωμα, σαν να κοιμούνται δέκα άτομα. Φωνάζω τώρα όποιον θάθελε ναρθεί σαν κι εμένανε να ζεσταθεί και ό,τι θέλει να του κάνω για να τον ζεστάνω. Ακόμη και τον Φαίδωνα με όποια κι αν κοιμάται, καμίνι θα τον κάνω, για να με θυμάται. Να θυμάται και να μην ξεχνάει ποια ήταν η Ρίτα, η ψηλή κι η ψηλομύτα, η ψυχρή με την ωχρούλα μούρη, να τον βάνω κάτω, από Δευτέρα μέχρι και Σαββάτο. Χωρίς να πίνω και ρακί, αλλά θα μιμούμαι τη Μερκούρη…… «Ποτέ την Κυριακή». ΗΛΙΑΣ ΗΛΙΟΠΟΟΥΛΟΣ Τηλ. 6977522502, e-mail iliop@otenet.gr
| |||||||||||

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου